Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008

Η Κατάκτηση του ψωμιού - Κεφάλαιο 13: Το μισθολογικό σύστημα του κολλεκτιβισμού


Κεφάλαιο 13: Το μισθολογικό σύστημα του κολλεκτιβισμού




Ι
Κατά τη γνώμη μας οι κολεκτιβιστές υποπίπτουν σε ένα διπλό σφάλμα στα σχέδιά τους για την αναδόμηση της κοινωνίας. Ενώ κάνουν λόγο για την κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος σκοπεύουν απ την άλλη να διατηρήσουν δύο θεσμούς που αποτελούν καθεαυτή τη βάση του συστήματος αυτού και οι οποίοι είναι η Κυβέρνηση Αντιπροσώπων και το Μισθολογικό Σύστημα.
Όσον αφορά την αποκαλούμενη Κυβέρνηση Αντιπροσώπων, έχει συχνά γίνει λόγος σχετικά με αυτή. Είναι τελείως ακατανόητο για μας το ότι λογικοί άνθρωποι ,μπορεί να παραμένουν οπαδοί του συστήματος των εθνικών ή των κοινοτικών κοινοβουλίων μετά απ’ όλα όσα η ιστορία τους δίδαξε στην Γαλλία την Αγγλία τη Γερμανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Και ενώ γινόμαστε μάρτυρες της κατάρρευσης του κοινοβουλευτικού συστήματος και βλέπουμε την κριτική που ασκείται εναντίον του να γίνεται ολοένα και πιο έντονη απ όλες τις πλευρές, όχι μόνο λόγω των αποτελεσμάτων που επέφερε αλλά λόγω και των αρχών που το διέπουν, πως είναι δυνατόν οι επαναστάτες σοσιαλιστές να υπερασπίζονται ένα τέτοιο σύστημα που είναι ήδη καταδικασμένο;
Έχοντας αναπτυχθεί σταδιακά από τις μεσαίες τάξεις με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων της έναντι της βασιλείας, το κοινοβουλευτικό σύστημα είναι πρωταρχικά ένα σύστημα της μεσαίας τάξης το οποίο καθιερώνει και ταυτόχρονα ενδυναμώνει την κυριαρχία της επί της εργατικής τάξης. Οι υποστηρικτές του συστήματος αυτού ποτέ δεν επιβεβαίωσαν με σοβαρότητα ότι ένα κοινοβούλιο ή ένα κοινοτικό συμβούλιο εκπροσωπεί ένα έθνος ή μία πόλή. Οι πιο λογικοί από αυτούς γνωρίζουν ότι αυτό είναι αδύνατο. Η μεσαία τάξη απλώς χρησιμοποίησε το σύστημα αυτό για να ορθώσει ένα προστατευτικό τείχος ανάμεσα σε αυτή και στη βασιλεία χωρίς να δίνει ελευθερία στο λαό. Σταδιακά όμως καθώς ο λαός αποκτά συνείδηση των συμφερόντων του και καθώς η ποικιλία των συμφερόντων αυτών πολλαπλασιάζεται, το σύστημα δε μπορεί πλέον να λειτουργήσει. Έτσι λοιπόν οι δημοκράτες από όλες τις χώρες μάταια ονειρεύονται (παρηγοριά στον άρρωστο….). Το δημοψήφισμα δοκιμαστικέ και απέτυχε, η αναλογική εκπροσώπηση δεν είναι αξιόλογη, όπως και η εκπροσώπηση των μειονοτήτων και οι υπόλοιπες κοινοβουλευτικές Ουτοπίες. Εν συντομία ψάχνουν για κάτι που δεν υπάρχει και αναγκάζονται να αναγνωρίσουν το ότι ακολουθούν λάθος δρόμο κάτι που οδηγεί στον εκφυλισμό της εμπιστοσύνης που υπάρχει στο κοινοβουλευτικό σύστημα.
Το ίδιο ισχύει με το μισθολογικό σύστημα. Γιατί εφ’ όσον έχει διακηρυχθεί η κατάργηση της προσωπικής ιδιοκτησίας, και η κατοχή από κοινού όλων των μέσων παραγωγής πως μπορεί να υποστηριχθεί ένα τέτοιο σύστημα σε οποιαδήποτε μορφή του; Είναι ωστόσο αυτό που κάνουν οι κολεκτιβιστές όταν συνιστούν τις «εργατο-επιταγές».
Είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς το γιατί οι πρώτοι Άγγλοι σοσιαλιστές κατέληξαν στη χρήση του συστήματος των εργατο-επιταγών. Προσπαθούσαν απλώς να πετύχουν συμβιβασμό του Κεφαλαίου και της Εργατιάς έχοντας αποκηρύξει την ιδέα της βίαιης κατάληψης της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Είναι επίσης εύκολα κατανοητό το γιατί ο Προυντόν χρησιμοποίησε και πάλι την ιδέα αυτή μεταγενέστερα. Στο Αμοιβαιίστικο σύστημά του προσπάθησε να κάνει το κεφάλαιο λιγότερο «επιθετικό», χωρίς να αντισταθεί στη διατήρηση της προσωπικής ιδιοκτησίας την οποία μισούσε από τα βάθη της καρδιάς του αλλά παρ’ όλα αυτά τη θεωρούσε απαραίτητη για την εξασφάλιση του ατόμου έναντι του κράτους.
Ούτε τέλος προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι κάποιοι οικονομολόγοι οι οποίοι λίγο πολύ ανήκαν στην αστική τάξη παραδέχονται τις «εργατο-επιταγές». Λίγο τους ενδιαφέρει αν ο εργάτης πληρώνεται με «εργατο-γραμμάτια» ή με νομίσματα που φέρουν τη σφραγίδα της δημοκρατίας ή της αυτοκρατορίας. Εκείνο που έχει σημασία είναι το να διασωθεί από την καταστροφή η ατομική ιδιοκτησία, των κατοικιών, της γης και των εργοστασίων, εν πάση περιπτώσει δηλαδή να διασωθεί η ιδιοκτησία της κατοικίας και του κεφαλαίου που είναι απαραίτητο για την παραγωγή. Τα «εργατο-γραμμάτια» δίνουν λοιπόν τη λύση για τη διατήρηση της προσωπικής ιδιοκτησίας.
Εφ’ όσον τα «εργατο-γραμμάτια» μπορούν να ανταλλαχτούν με κοσμήματα ή με καρότσια, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ευχαρίστως θα τα δεχτεί για την πληρωμή του ενοικίου. Και όσο οι κατοικίες τα χωράφια και τα εργοστάσια ανήκουν σε μεμονωμένους ιδιοκτήτες, ο κόσμος θα πρέπει να πληρώνει γι αυτά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ώστε να του επιτραπεί να εργαστεί στα χωράφια και στα εργοστάσια και να κατοικήσει τα σπίτια. Οι ιδιοκτήτες θα δεχτούν να πληρωθούν από τους εργάτες σε χρυσό, χαρτονομίσματα, ή επιταγές που θα είναι ανταλλάξιμες με όλα τα είδη των αγαθών. Είναι δυνατόν λοιπόν να υπερασπιστούμε τη χρήση των «εργατο-γραμματίων», αυτό το νέο είδος μισθοδοσίας, όταν πλέον έχουμε κάνει την παραδοχή ότι τα σπίτια τα χωράφια και τα εργοστάσια δεν θα είναι προσωπική ιδιοκτησία κάποιου, αλλά θα ανήκουν στο έθνος ή στην κοινότητα;
II
Ας εξετάσουμε με μια πιο κοντινή ματιά αυτό το σύστημα αμοιβών για τη δουλειά με τη μορφή που το διακηρύσσουν οι Γάλλοι, Γερμανοί, Άγγλοι και Ιταλοί κολεκτιβιστές (Οι Ισπανοί αναρχικοί, που εξακολουθούν να αποκαλούν τους εαυτούς τους κολεκτιβιστές, υπονοούν την κατοχή από κοινού όλων των μέσων παραγωγής, και την «ελευθερία που θα έχει κάθε κοινωνική ομάδα να διανέμει την παραγωγή με τον τρόπο που θεωρείται πιο κατάλληλος σύμφωνα με τις κομμουνιστικές ή άλλες αρχές.»). Συνοψίζεται στα εξής: Καθένας μας εργάζεται στο χωράφι, το εργοστάσιο, το σχολείο, το νοσοκομείο κ.λ.π. Η εργάσιμη μέρα καθορίζεται από το κράτος, το οποίο είναι ο ιδιοκτήτης της γης, των εργοστασίων, των δρόμων κ.λ.π. Κάθε εργάσιμη μέρα θα είναι πληρωτέα με ένα εργατο-γραμμάτιο, το οποίο θα επιγράφεται ως εξής: οκτώ ώρες δουλειάς. Με αυτό το δελτίο ο εργάτης θα μπορεί να προμηθεύεται όλα τα είδη αγαθών από τα καταστήματα που ανήκουν στο κράτος, ή από τις διάφορες εταιρείες. Η αξία του δελτίου αυτού θα είναι δυνατό να διανέμεται έτσι ώστε να μπορεί να αγοράσει κάποιος με αυτό κρέας που θα έχει αξία μιας ώρας δουλειάς, σπίρτα αξίας δέκα λεπτών δουλειάς, ή καπνό αξίας μισής ώρας δουλειάς. Μετά την Κολεκτιβιστική Επανάσταση αντί να λέμε «σαπούνι αξίας δύο πεννών» θα λέμε «σαπούνι αξίας πέντε λεπτών εργασίας».
Οι περισσότεροι κολεκτιβιστές, που παραμένουν πιστοί στη διάκριση η οποία προδιαγράφηκε από τους οικονομολόγους της μεσαίας τάξης (καθώς και από τον Μαρξ) ανάμεσα στην εξειδικευμένη και την ανειδίκευτη εργασίας, μας λένε επί πλέον, ότι η εξειδικευμένη ή αλλιώς η επαγγελματική εργασία πρέπει να πληρώνεται κάπως περισσότερο από την ανειδίκευτη εργασία. Έτσι μιας ώρας δουλεία ενός γιατρού θα πρέπει να θεωρείται ισάξια με δύο ώρες ή και τρεις ώρες εργασίας μιας νοσοκόμας, ή με τρεις ώρες εργασίας ενός ανειδίκευτού εργάτη. «Η επαγγελματική ή εξειδικευμένη εργασία, θα αποτελεί ένα πολλαπλάσιο της απλής εργασίας», αναφέρει σχετικά ο κολεκτιβιστής Γκρουνλαντ, «επειδή αυτό το είδος της εργασίας απαιτεί μία λίγο η πολύ χρονοβόρα μαθητεία».
Άλλοι κολεκτιβιστές , όπως για παράδειγμα οι Γάλλοι Μαρξιστές δεν κάνουν αυτή τη διάκριση. Διακηρύσσουν την «Ισότητα των μισθών». Ο γιατρός, ο διευθυντής του σχολείου και ο καθηγητής θα πληρώνονται (σε εργατο-γραμμάτια) με την εργασία τους να αναλογεί όσο και η εργασία του ανειδίκευτου εργάτη. Οκτώ ώρες επισκέψεων στους αρρώστους του νοσοκομείου θα αξίζουν όσο και 8 ώρες εργασίας στη γη, .η στα ορυχεία, ή στα εργοστάσια. Μερικοί κάνουν μία ακόμα μεγαλύτερη παραχώρηση. Παραδέχονται δηλαδή ότι η ανεπιθύμητη ή ανθυγιεινή εργασία, όπως η εργασία σους υπόνομους, θα μπορούσε να πληρώνεται περισσότερο απ’ όσο η ευχάριστη εργασία Μία ώρα εργασίας ενός εργαζόμενου στους υπόνομους θα αξίζει, κατ αυτούς, όσο δύο ώρες εργασίας ενός καθηγητή.
Εδώ πρέπει να προσθέσουμε ότι κάποιοι κολεκτιβιστές αποδέχονται την πληρωμή ενός εφ’ άπαξ ποσού από τις εταιρίες για την ολοκλήρωση μιας εργασίας. Έτσι λοιπόν μια εταιρία θα υπολογίζει ως εξής: «Έχουμε εδώ εκατό τόνους χάλυβα. Απαιτήθηκε από εκατό εργάτες να τους παράγουν και αυτό διήρκεσε δέκα μέρες. Θεωρώντας ότι η εργάσιμη μέρα τους είναι οκτώ ώρες, τους πήρε οχτώ χιλιάδες εργατοώρες για την παραγωγή εκατό τόνων χάλυβα και αυτό ισοδυναμεί με ογδόντα εργατοώρες ανά τόνο. «Έτσι το κράτος θα τους πληρώσει οχτώ χιλιάδες εργατο-γραμμάτια αξίας μιας ώρας το καθένα, και αυτά τα οχτώ χιλιάδες δελτία θα κατανεμηθούν μεταξύ των μελών αυτών των εργασιών όπως αυτοί θεωρούν ότι θα ήταν πιο σωστό. Απ΄ την άλλη μεριά, αν εκατό μεταλλωρύχοι κάνουν είκοσι μέρες για να εξορύξουν οκτακόσιους τόνους άνθρακα , με την εξόρυξη του άνθρακα να αξίζει δύο ώρες ανά τόνο, τα δεκαέξι χιλιάδες δελτία της μιας ώρας το καθένα, θα λαμβάνονται από τη συντεχνία των μεταλλωρύχων και θα μοιράζονται στα μέλη της ανάλογα με τη δική τους εκτίμηση.
Εάν οι μεταλλωρύχοι διαμαρτυρηθούν λέγοντας ότι ένας τόνος ατσάλι αξίζει μόνο έξι εργατοώρες αντί για οκτώ, αν ο καθηγητής θέλει να πληρώνεται η εργάσιμη μέρα του διπλάσια απ’ ότι αυτή της νοσοκόμας, τότε το κράτος θα επέμβει για να λύσει τις μεταξύ τους διαφορές.
Αυτό είναι λίγο πολύ το σύστημα που θέλουν οι κολεκτιβιστές να επικρατήσει μέσω της Κοινωνικής Επανάστασης. Όπως βλέπουμε οι βασικές αρχές τους είναι οι εξής: Συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και πληρωμή του καθενός ανάλογα με το χρόνο που δαπάνησε στη διαδικασία της παραγωγής, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπ’ όψη την παραγωγικότητα της εργασίας του. Όσον αφορά το πολιτικό σύστημα, αυτό θα είναι κοινοβουλευτισμός κατάλληλα τροποποιημένος από « πρακτικές οδηγίες» που θα λαμβάνουν οι εκλεχθέντες μέσω του «Δημοψηφίσματος» το οποίο θα γίνεται από το έθνος με τη μορφή του ναι και όχι.
Αφήστε μας όμως να έχουμε την άποψη ότι ένα τέτοιο σύστημα είναι μη πραγματοποιήσιμο.
Οι κολεκτιβιστές ξεκινώντας με τη διακήρυξη της επαναστατικής αρχής που συνίσταται στην κατάργηση της προσωπικής ιδιοκτησίας, μετά την αρνούνται πριν καν αυτή να έχει διακηρυχθεί διατηρώντας ένα σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης το οποίο προέρχεται από την προσωπική ιδιοκτησία.
Διακηρύσσουν μια επαναστατική αρχή, και αγνοούν τις συνέπειες που θα επιφέρει αναποφεύκτως η αρχή αυτή. Ξεχνούν ότι το γεγονός και μόνο της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής δηλαδή τη γη, της βιομηχανίες τους δρόμους και το κεφάλαιο, πρέπει να οδηγήσει την κοινωνία σε μία τελείως διαφορετική ρώτα , πρέπει να ανατρέψει ολοκληρωτικά και το σκοπό και τα μέσα του παρόντος συστήματος παραγωγής και πρέπει να τροποποιήσει τις καθημερινές διαπροσωπικές σχέσεις εφ’ όσον πλέον η γη, τα μηχανήματα και τα άλλα όργανα παραγωγής θα θεωρούνται κοινή ιδιοκτησία.
Λένε, «Όχι στην προσωπική ιδιοκτησία», και αμέσως μετά προσπαθούνε να τη διατηρήσουν όσον αφορά τις καθημερινές της εκφάνσεις. «Θα κατέχετε από κοινού όλα όσα αφορούν την παραγωγή: χωράφια, εργαλεία, μηχανήματα, ότι δηλαδή έχει εφευρεθεί μέχρι τώρα, εργοστάσια, σιδηρόδρομους, λιμάνια, ορυχεία, κ.λ.π ανήκουν όλα σε σας. Δεν θα γίνεται η παραμικρή διάκριση όσον αφορά το μερίδιο του καθενός σε αυτή τη συλλογική περιουσία».
«Από αύριο κιόλας όμως, θα ανταγωνίζεστε συνεχώς για το μερίδιο που πρόκειται να πάρετε, για την δημιουργία νέων μηχανών ή για το σκάψιμο νέων ορυχείων. Θα σταθμίζετε προσεκτικά το μερίδιο της καινούριας παραγωγής που θα ανήκει σε σας. Θα προσμετράτε τα λεπτά εργασίας σας, και θα φροντίζετε ώστε ένα λεπτό εργασίας του διπλανού σας να μη μπορεί να αγοράσει περισσότερο απ’ ότι ένα δικό σας».
«Και ενώ μία ώρα από μόνη της δε σημαίνει τίποτα, εφ’ όσον σε μερικά εργοστάσια ένας εργάτης προσβλέπει σε έξι ισοδύναμα ενός δελτίο μιας ώρας ενώ σε κάποια άλλα μπορεί να προσβλέπει μόνο σε δύο, θα αναγκάζεστε να υπολογίζετε την μυϊκή δύναμη, την εγκεφαλική ενέργεια, και την νευρική ενέργεια που θα καταναλώνεται. Θα υπολογίζετε επίσης με ακρίβεια τα χρόνια εκμάθησης για να εκτιμήσετε τις ποσότητες τις οποίες θα είναι σε θέση ο καθένας να συνεισφέρει στη μελλοντική παραγωγή. Και όλα αυτά αφότου έχετε διακηρύξει ότι δεν λαμβάνετε υπ’ όψη το κομμάτι της πίττας που του αναλογούσε στο προηγούμενο σύστημα παραγωγής».
Λοιπόν για μας είναι φανερό ότι μια κοινωνία δε μπορεί να βασιστεί σε δύο εντελώς αντίθετες αρχές που αντικρούουν συνεχώς η μία την άλλη. Και ένα έθνος ή μια κοινότητα που θα είχαν μια τέτοια οργάνωση θα ήταν υποχρεωμένα είτε να επιστρέψουν στο θεσμό της προσωπικής ιδιοκτησίας των οργάνων παραγωγής είτε να μετατραπούν σε κομμουνιστικές κοινωνίες.
ΙΙΙ
Αναφέραμε ότι κάποιοι συγγραφείς οπαδοί του κολεκτιβισμού επιθυμούν να γίνεται διάκριση μεταξύ εξειδικευμένης ή επαγγελματικής και της απλής εργασίας. Ισχυρίζονται ότι μία ώρα εργασίας ενός μηχανικού, ενός αρχιτέκτονα ή ενός γιατρού πρέπει να θεωρείται ότι ισοδυναμεί με δύο ή τρεις ώρες εργασίας ενός σιδηρουργού, ενός οικοδόμου, ή μιας νοσοκόμας. Και η ίδια διάκριση πρέπει να υπάρχει μεταξύ όλων των επαγγελμάτων που απαιτούν κάποια λίγο ή πολύ χρονοβόρα μαθητεία επιπλέον του καθημερινού μόχθου της απλής χειρωνακτικής εργασίας.
Λοιπόν η επίτευξη αυτής της διάκρισης θα σήμαινε τη διατήρηση όλων των ανισοτήτων της παρούσας κοινωνίας. Θα σήμαινε τη χάραξη μιας διαχωριστικής γραμμής, από την αρχή, μεταξύ των εργατών και αυτών που προφασίζονται ότι τους κυβερνούν. Θα σήμαινε το διαχωρισμό της κοινωνίας σε δύο τελείως διακριτές τάξεις, αυτή της αριστοκρατίας της γνώσης που βρίσκεται πάνω από την εργαζόμενη με τρελούς ρυθμούς στους χειρωνακτικούς τομείς κατώτερη, η οποία συν τοις άλλοις είναι καταδικασμένη να υπηρετεί την άλλη. Αυτοί δηλαδή που εργάζονται με τα χέρια τους, θρέφουν και ντύνουν αυτούς που εκμεταλλευόμενοι τον ελεύθερο χρόνο τους , μελετούν για το πώς πρέπει να κυβερνούν αυτούς που τους περιθάλπουν. Αυτό θα σήμαινε την αναβίωση μιας από τις ευδιάκριτες ιδιαιτερότητες της σημερινής κοινωνίας δίνοντάς της τη συγκατάθεση της Κοινωνικής Επανάστασης. Θα σήμαινε την υιοθέτηση ως αρχής μιας ύβρεως που έχει ήδη καταδικαστεί στην αρχαία και καταρρέουσα κοινωνία μας.
Γνωρίζουμε ήδη την απάντηση που θα λάβουμε. Θα μας μιλήσουν για «Επιστημονικό Σοσιαλισμό», θα μας παραθέσουν τα λεγόμενα αστών οικονομολόγων όπως επίσης και του Μαρξ για να μας αποδείξουν ότι οι κλιμακωτοί μισθοί έχουν το λόγο ύπαρξής τους, εφ’ όσον η «εργατική δύναμη» των μηχανικών θα έχει μεγαλύτερο κόστος για την κοινωνία απ’ ότι η «εργατική δύναμη» των ανειδίκευτων. Σάμπως, δεν είχαν προσπαθήσει να μας αποδείξουν οι οικονομολόγοι ότι αν ένας μηχανικός πληρώνεται είκοσι φορές περισσότερο από έναν ανειδίκευτο αυτό γίνεται επειδή το απαραίτητο κόστος για την κατάρτιση ενός μηχανικού είναι μεγαλύτερο από αυτό που είναι απαραίτητο για έναν ανειδίκευτό; Και σάμπως δεν ισχυριζόταν ο Μαρξ ότι τέτοιες μισθολογικές διακρίσεις είναι εξίσου δικαιολογημένες μεταξύ δύο κλάδων της χειρονακτικής εργασίας; Δε μπορούσε άλλωστε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα έχοντας υιοθετήσει για λογαριασμό του τη θεωρία του Ρικάρντο σχετικά με την αξία και υποστηρίζοντας ότι τα αγαθά ανταλλάσσονται αναλογικά με την ποσότητα εργασίας που είναι απαραίτητη για την παραγωγή τους.
Γνωρίζουμε όμως τι πρέπει να υποστηρίξουμε σχετικά μ’ αυτό. Γνωρίζουμε ότι εάν οι μηχανικοί, οι επιστήμονες ή οι γιατροί πληρώνονται 10 ή 100 φορές περισσότερο από τον εργάτη, και αν ένας υφαντής κερδίζει τρεις φορές περισσότερα απ’ όσο κερδίζει ένας εργάτης που απασχολείται στον τομέα της γεωργίας και δέκα φορές περισσότερα απ’ όσο ένα κορίτσι που εργάζεται σε ένα εργοστάσιο σπίρτων, αυτό δεν γίνεται λόγω του «κόστους καταρτίσεως τους» αλλά λόγω της μονοπώλησης της εκπαίδευσης, ή της μονοπώλησης της βιομηχανίας. Οι μηχανικοί, οι επιστήμονες και οι γιατροί εκμεταλλεύονται μερικώς το κεφάλαιό τους, τα πτυχία τους δηλαδή, με τον τρόπο που οι εργοδότες της μεσαίας τάξης εκμεταλλεύονται ένα εργοστάσιο και με τον τρόπο που οι ευγενείς εκμεταλλεύονταν τους τίτλους ευγενείας τους.
Όσον αφορά τον εργοδότη που πληρώνει ένα μηχανικό είκοσι φορές περισσότερο απ’ ότι τον εργάτη, αυτό οφείλεται απλώς στο προσωπικό του συμφέρον. Αν ο μηχανικός εξοικονομεί για λογαριασμό του εργοδότη 100.000 φράγκα το χρόνο, τότε αυτός τον πληρώνει 20.000 φράγκα και αν επίσης έχει ένα εργοδηγό ο οποίος του εξοικονομεί 10.000 φράγκα το χρόνο με το να αξιοποιεί με έξυπνο τρόπο τον ιδρώτα των εργατών, θα τον πληρώσει ευχαρίστως 2 ή 3 χιλιάδες φράγκα το χρόνο. Πριμοδοτεί με επιπλέον 1000 φράγκα όταν αναμένει να ωφεληθεί κατά 10.000 φράγκα απ’ αυτό. Και αυτή είναι βέβαια και η ουσία του καπιταλισμού. Παρόμοιες διαφορές αποκομίζονται μεταξύ των διαφόρων χειρονακτικών επαγγελμάτων.
Ας μην έρχονται να μας μιλάνε λοιπόν για το «κόστος της παραγωγής» το οποίο αυξάνει και το κόστος ενός εξειδικευμένου εργάτη, και να μας λένε ακόμη ότι ένας φοιτητής που εύθυμα πέρασε τα νεανικά του χρόνια στο πανεπιστήμιο έχει το δικαίωμα να λαμβάνει ένα μισθό δέκα φορές μεγαλύτερο απ’ ότι ο γιος ενός μεταλλωρύχου ο οποίος μεγαλώνει μαραζώνοντας μέσα σε ένα μεταλλείο από τα ένδεκά του χρόνια., ή ότι ένας υφαντής δικαιούται τρεις ή 4 φορές μεγαλύτερο μισθό απ’ ότι ένας εργάτης του γεωργικού τομέα. Το κόστος για να διδάξεις σε έναν υφαντή τη δουλειά του δεν είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερο απ’ ότι το να διδάξεις σε ένα χωρικό τη δικιά του. Ο υφαντής απλώς επωφελείται από τα πλεονεκτήματα που δρέπει η βιομηχανία του στην Ευρώπη εν συγκρίσει με τις χώρες που δεν έχουν αντίστοιχες βιομηχανίες μέχρι στιγμής.
Κανένας δεν υπολόγισε ποτέ το «κόστος κατάρτισης», και το αν ένας τεμπέλης κοστίζει περισσότερο στην κοινωνία απ’ ότι ένας εργάτης, όπως και παραμένει προς εξακρίβωση το αν ένας εύρωστος εργάτης δεν κοστίζει περισσότερο στην κοινωνία απ’ ότι ένας εξειδικευμένος τεχνίτης, αν έχουμε λάβει υπ΄ όψη μας την παιδική θνησιμότητα στις τάξεις των εργατών, την αναιμία που τους θερίζει καθώς και τους πρόωρους θανάτους.
Θα μπορούσαν για παράδειγμα να μας πείσουν για το ότι οι τριάντα και κάτι που παίρνει ένας εργάτης του Παρισιού, οι έξι και κάτι που πληρώνονται σε μία χωρική από την Αρβέρνη που κεντάει με τίμημα την όρασή της και οι σαράντα και κάτι που πληρώνονται στον χωρικό αντιπροσωπεύουν το κόστος παραγωγής τους; Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι οι άνθρωποι εργάζονται συχνά για ακόμα λιγότερα αλλά γνωρίζουμε επίσης ότι το κάνουν αυτό αποκλειστικά και μόνο, διότι χάρις στο υπέροχο αυτό σύστημά μας, αν δεν δεχόντουσαν αυτούς τους μισθούς κοροϊδίας, θα πέθαιναν απ’ την πείνα. Κατ’ εμάς η κλιμάκωση των αμοιβών αποτελεί ένα σύνθετο αποτέλεσμα που καθορίζεται από τους φόρους, από την κρατική προστασία, από την καπιταλιστική μονοπώληση και απ’ τα μονοπώλια. Εν συντομία, καθορίζονται από το κράτος και από το κεφάλαιο. Επομένως ισχυριζόμαστε ότι όλες οι θεωρίες περί μισθοδοσίας έχουν εφευρεθεί εκ των υστέρων για να δικαιολογήσουν τις αδικίες του παρόντος συστήματος και ως εκ τούτου δεν είναι αναγκαίο να τις λάβουμε καθόλου υπ’ όψη μας .
Και φυσικά δεν θα παραλείψουν να μας πουν ότι η μισθολογική κλίμακα που υιοθετεί το σύστημα του κολεκτιβισμού είναι βελτιωμένη σε σχέση με αυτή του καπιταλιστικού. Συνηθίζουν να μας λένε ότι «Θα ήταν καλύτερο να βλέπουμε κάποιους τεχνίτες να αμείβονται δύο ή τρεις φορές περισσότερο από τους ανειδίκευτους εργάτες απ’ ότι να βλέπουμε έναν υπουργό να λαμβάνει σε μια μέρα όσα δε λαμβάνει ένας εργάτης σε έναν ολόκληρο χρόνο. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ένα μεγάλο βήμα προς την ισότητα».
Κατ εμάς αυτό το «βήμα» θα σήμαινε την αντιστροφή της προόδου. Το να γίνεται διάκριση μεταξύ της απλής και της επαγγελματικής εργασίας σε μία νέα κοινωνία θα σήμαινε το να επιδοκιμαστεί και να αναγνωριστεί μέσα στα πλαίσια της Επανάστασης σαν αρχή ένα κτηνώδες γεγονός το οποίο υφίσταται στις μέρες μας, αλλά το οποίο ωστόσο θεωρούμε άδικο. Θα σήμαινε το να μιμηθούμε εκείνους τους κυρίους της Γαλλικής Συνέλευσης που διακήρυξαν κατά την Επανάσταση της 4ης Αυγούστου του 1789 την κατάργηση των φεουδαλικών δικαιωμάτων, αλλά που επίσης στις 8 Αυγούστου επιδοκίμασαν αυτά τα ίδια δικαιώματα, επιβάλλοντας οφειλές στους χωρικούς προς αποζημίωση των ευγενών και θέτοντας αυτές τις οφειλές υπό την προστασία της Επανάστασης. Θα σήμαινε επίσης το να μιμηθούμε τη Ρωσική Κυβέρνηση η οποία διακήρυξε, τον καιρό της απελευθέρωσης των δουλοπάροικων, ότι η γη θα έπρεπε εφεξής να ανήκει στους ευγενείς, ενώ πρώτα θα αποτελούσε ύβρη κάθε άλλη πράξη εκτός της διάθεσης αυτής της γης αποκλειστικά στους δουλοπάροικους.
Ή αλλιώς για να πάρουμε ένα παράδειγμα που είναι πιο ευρέως γνωστό, όταν Η Κομμούνα του 1871 αποφάσισε να πληρώνει τα μέλη του συμβουλίου της Κομμούνας 0.6 της λίρας ημερησίως ενώ οι στρατιώτες στις επάλξεις έπαιρναν δέκα φορές λιγότερα, αυτό χαιρετίστηκε ως μια πράξη υπέρτερης δημοκρατικής ισότητας. Στην πραγματικότητα, η Κομμούνα απλώς επικύρωνε την πρότερη ανισότητα μεταξύ αξιωματούχου και στρατιώτη, κυβερνώντος και κυβερνώμενου. Προερχόμενη από ένα καιροσκοπικό συμβούλιο βουλευτών, μια τέτοια απόφαση θα είχε φανεί αξιοθαύμαστη, αλλά η Κομμούνα καταδίκασε με αυτό τον τρόπο τις επαναστατικές αρχές της επειδή απέτυχε να τις θέσει σε εφαρμογή.
Υπό το υπάρχων σοσιαλιστικό σύστημα, όταν ένας υπουργός αμείβεται με 100.000 φράγκα το χρόνο, ενώ ένας εργάτης πρέπει να μείνει ικανοποιημένος με 1000 ή και λιγότερα, όταν ένας επιστάτης πληρώνεται δύο ή τρεις φορές περισσότερο απ’ ότι ένας εργάτης και όταν υπάρχει μεγάλη διαβάθμιση ανάμεσα στους μισθούς των εργατών, είναι φυσικό το να αποδοκιμάσουμε τόσο τον μεγάλο μισθό του υπουργού όσο και τη μεγάλη διαφορά στη μισθοδοσία που υπάρχει ανάμεσα σε έναν εργάτη και σε μια φτωχή χωρική. Και διακηρύττουμε , «Κατάργηση των προνομίων που απορρέουν από την εκπαίδευση, όπως επίσης και αυτών που είναι κληρονομικά !» Είμαστε αναρχικοί ακριβώς γιατί αυτά τα προνόμια που υπάρχουν μας εξεγείρουν. Μας έχουν ήδη εξεγείρει σε ετούτη την αυταρχική κοινωνία. Μπορούμε να τα ανεχτούμε και σε μια κοινωνία η οποία ξεκίνησε διακηρύττοντας την ισότητα;
Αυτός είναι ο λόγος που μερικοί κολεκτιβιστές, καταλαβαίνοντας το ότι είναι αδύνατον να διατηρηθεί μια μισθολογική κλίμακα σε μια κοινωνία εμπνευσμένη από τον αέρα της Επανάστασης, σπεύδουν να διακηρύξουν τη μισθολογική ισότητα. Αλλά έρχονται αντιμέτωποι με καινούριες δυσκολίες, και έτσι η μισθολογική αυτή ισότητα καταλήγει να γίνει η ίδια απραγματοποίητη Ουτοπία όπως και η μισθολογική κλίμακα των άλλων κολεκτιβιστών. Μία κοινωνία που έχει πάρει στην κατοχή της όλο τον κοινωνικό πλούτο, έχοντας κάθετα διακηρύξει το δικαίωμα όλων στον πλούτο αυτό, όποιο και αν είναι το μερίδιο τους στη διαδικασία παραγωγής του, είναι αναγκασμένη να εγκαταλείψει κάθε σύστημα μισθοδοσίας είτε αυτό είναι με τη μορφή χρημάτων, είτε με τη μορφή δελτίων.
ΙV
Οι κολεκτιβιστές λένε «Ο καθένας θα λαμβάνει ανάλογα με τα πρακτέα του» ή με άλλα λόγια ανάλογα με το μερίδιο των υπηρεσιών που προσέφερε στην κοινωνία. Το θεωρούν επιθυμητό να τεθεί αυτή η αρχή σε εφαρμογή μόλις η Σοσιαλιστική Επανάσταση θα έχει κάνει όλα τα όργανα παραγωγής κοινή περιουσία. Πιστεύουμε όμως ότι αν η Σοσιαλιστική Επανάσταση έχει την ατυχία να διακηρύξει μια τέτοια αρχή αυτό θα σήμαινε την αναπόφευκτη αποτυχία της, όπως επίσης θα σήμαινε το να παραμείνει άλυτο το κοινωνικό πρόβλημα το οποίο μας κληροδότησαν οι προηγούμενοι αιώνες. Στην πραγματικότητα, σε μία κοινωνία σαν τη δικιά μας, στην οποία όσο περισσότερο εργάζεται κάποιος, τόσο λιγότερο αμείβεται, αυτή η αρχή, εκ πρώτης όψεως μπορεί να φαίνεται ότι χαρακτηρίζεται από πάθος για δικαιοσύνη. Αποτελεί όμως απλώς τη διαιώνιση της αδικίας του παρελθόντος. Ήταν συνέπεια αυτής της αρχής το γεγονός ότι ξεκίνησε να υπάρχει μισθοδοσία, καταλήγοντας σε όλα αυτά τα νοσηρά φαινόμενα της σημερινής κοινωνίας. Γιατί από τη στιγμή που η εργασία άρχισε να εκτιμάται με χρηματικά δεδομένα ή με οποιαδήποτε άλλη μορφή μισθοδοσίας, από τη μέρα που συμφωνήθηκε ότι ο άνθρωπος θα λάμβανε το μισθό που θα μπορούσε ο ίδιος να εξασφαλίσει στον εαυτό του, ολόκληρη η ιστορία της μεικτής οικονομίας ήταν ήδη διαγεγραμμένη εκ των προτέρων. Άνθισε λοιπόν βασισμένη σε αυτή την αρχή.
Πρέπει λοιπόν να επιστρέψουμε στο αρχικό σημείο και θα ακολουθήσουμε πάλι μέχρι τέλους αυτή την πορεία; Οι θεωρητικοί μας αυτό επιθυμούν αλλά κάτι τέτοιο ευτυχώς είναι αδύνατο. Η επανάσταση, το έχουμε πει, θα είναι κομμουνιστική, Ειδάλλως θα πνιγεί μέσα στο αίμα και θα πρέπει να ξαναρχίσει πάλι από την αρχή.
Οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην κοινωνία, είτε αυτές είναι με τη μορφή της εργασίας στο χωράφι και το εργοστάσιο, είτε με τη μορφή πνευματικών υπηρεσιών δεν μπορούν να αξιολογηθούν με τη μορφή χρήματος. Δεν μπορεί να υπάρξει ακριβές μέτρο της αξίας (αυτού το οποίο έχει λανθασμένα οριστεί ως ανταλλάξιμη αξία), ούτε και της αξίας χρήσης, χρησιμοποιώντας ως κριτήριο την παραγωγή. Εάν δύο άτομα εργάζονται για την κοινότητα 5 ώρες την ημέρα, χρόνο με το χρόνο, σε μία διαφορετική εργασία η οποία είναι εξ ίσου ευχάριστη σ’ αυτούς, μπορούμε να πούμε ότι εξ ολοκλήρου η εργασία τους είναι ισοδύναμη. Αλλά δε μπορούμε να διαχωρίσουμε την εργασία τους και να θεωρήσουμε ότι το αποτέλεσμα μιας οποιασδήποτε εργάσιμης ημέρας, ώρας, ή λεπτού εργασίας του ενός αξίζει όσο και το αποτέλεσμα της εργασίας μιας ημέρας, μιας ώρας ή ενός λεπτού του άλλου.
Μπορούμε γενικά να πούμε ότι ο άνδρας που κατά τη διάρκεια της ζωής του αποστέρησε δέκα ώρες ελεύθερο χρόνο ημερησίως από τον εαυτό του έχει προσφέρει πολύ περισσότερα στην κοινωνία, απ’ ότι αυτός που αποστέρησε πέντε ώρες ελευθέρου χρόνου από τον εαυτό του ημερησίως, ή απ’ ότι αυτός που δεν στέρησε καθόλου ελεύθερο χρόνο απ τον εαυτό του. Δεν μπορούμε παρ όλα αυτά να πάρουμε αυτά που έκανε κατά τη διάρκεια δύο ωρών και να πούμε ότι η απόδοση του είναι διπλάσια απ’ ότι αυτή κάποιου που εργάστηκε μόνο μία ώρα και να τον ανταμείψουμε σύμφωνα με αυτές τις αναλογίες. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε το να παραβλεφθούν όλες οι πολυπλοκότητες που υπάρχουν στη βιομηχανία τη γεωργία και γενικά σε όλη τη ζωή της σημερινής κοινωνίας. Θα σήμαινε επίσης το να αγνοηθεί η έκταση στην οποία η εργασία ενός ατόμου είναι αποτέλεσμα της εργασίας της κοινωνίας ως συνόλου κατά το παρελθόν και το παρόν. Θα σήμαινε το να πιστεύουμε ότι ζούμε στην λίθινη εποχή ενώ ζούμε στην εποχή του χάλυβα.
Αν μπείτε σε ένα ανθρακωρυχείο θα δείτε έναν άνδρα ο οποίος χειρίζεται μία τεράστια μηχανή η οποία συνεχώς ανεβοκατεβάζει ένα κλωβό. Στο χέρι του κρατάει ένα μοχλό ο οποίος σταματάει και αντιστρέφει την πορεία της μηχανής. Κατεβάζοντας το μοχλό, ο κλωβός επιστρέφει εν ριπή οφθαλμού. Ανεβοκατεβάζει το μοχλό με ιλιγκιώδη γρηγοράδα. Γεμάτος προσοχή, ακολουθεί με τα μάτια του καρφωμένα στον τοίχο, έναν δείκτη που του δείχνει σε μικρή κλίμακα σε ποιο σημείο του φρέατος είναι ο κλωβός την κάθε στιγμή. Μόλις ο δείκτης φτάσει σε ένα ορισμένο επίπεδο, ξαφνικά σταματάει την πορεία του κλωβού, ούτε μία γιάρδα πιο ψηλά ή πιο χαμηλά από το σημείο που απαιτείται. Και μόλις οι ανθρακωρύχοι αδειάσουν τα βαγόνια και βάλουν άλλα άδεια στη θέση τους τότε αντιστρέφει το μοχλό και στέλνει πάλι τον κλωβό στον αέρα.
Κατά τη διάρκεια οκτώ ή δέκα συνεχόμενων ωρών πρέπει να είναι όσο πιο προσεκτικός γίνεται. Αν το μυαλό του χαλαρώσει για μια στιγμή, ο κλωβός αναπόφευκτα θα χτυπήσει στα γρανάζια θα σπάσουν οι τροχοί του θα κοπεί το σκοινί, θα καταπλακώσει κάποιους εργάτες και θα παρεμποδιστεί η εργασία στο ορυχείο. Αν καθυστερούσε τρία δευτερόλεπτα και μόνο σε κάθε άγγιγμα του μοχλού, στα σύγχρονα τελειοποιημένα ορυχεία μας, η εξαγωγή θα μειωνόταν από πενήντα σε είκοσι τόνους ημερησίως.
Είναι λοιπόν αυτός που έχει τη μεγαλύτερη χρησιμότητα μέσα στο ορυχείο; Ή μήπως το αγόρι που του δίνει το σινιάλο από κάτω για να ανεβάσει τον κλωβό; Είναι μήπως ο μεταλλωρύχος στο βάθος του φρέατος που ρισκάρει τη ζωή του κάθε στιγμή, και ο οποίος κάποια μέρα θα σκοτωθεί από έκρηξη αερίων; Ή μήπως είναι ο μηχανικός ο οποίος αν δεν προσδιόριζε σωστά το επίπεδο στο οποίο βρίσκεται θαμμένη η στρώση του άνθρακας θα έβαζε τους μεταλλωρύχους να σκάψουν πάνω σε βράχο εξαιτίας ενός μικρού λάθους στους υπολογισμούς του και μόνο; Ή μήπως τέλος είναι ο ιδιοκτήτης του ορυχείου ο οποίος επένδυσε όλο αυτό το κεφάλαιο στο ορυχείο και ο οποίος ίσως αντίθετα με τις συμβουλές των ειδικών ισχυρίστηκε ότι σε εκείνο το σημείο θα βρισκόταν εξαιρετικής ποιότητας άνθρακας;
Όλοι οι μεταλλωρύχοι που έχουν απασχοληθεί στο ορυχείο αυτό συνεισφέρουν στην εξαγωγή του άνθρακα, κατ αναλογία της δύναμης, της ενέργειας της εξυπνάδας και της ικανότητάς τους. Και μπορούμε να πούμε ότι όλοι έχουν το δικαίωμα να ζήσουν, να ικανοποιήσουν τις ανάγκες όπως επίσης και τις επιθυμίες τους, όταν τα απαραίτητα για τη διαβίωσή έχουν εξασφαλισθεί για όλους. Με ποιο τρόπο όμως θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε την αξία της εργασίας τους;
Και ακόμα περισσότερο, αποτελεί ο άνθρακας που έχει εξαχθεί, ισοδύναμο της εργασίας τους; Δεν πρέπει να συνυπολογίσουμε επίσης την εργασία των ανδρών που κατασκεύασαν το σιδηρόδρομο ο οποίος οδηγεί στα ορυχεία όπως επίσης και τους δρόμους που εξαπλώνονται ακτινικά ξεκινώντας από τους σταθμούς του; Όπως επίσης και τη δουλειά όλων αυτών που όργωσαν και έσπειραν τη γη , που εξόρυξαν σίδηρο, έκοψαν ξυλεία από τα δάση, κατασκεύασαν τις μηχανές που καίνε άνθρακα και πάει λέγοντας;
Καμία διάκριση δε μπορεί να χαραχθεί ανάμεσα στη δουλειά του καθενός. Η μέτρηση της εργασίας μέσω του αποτελέσματός της μας οδηγεί στον παραλογισμό. Ο διαχωρισμός και η καταμέτρησή τους μέσω των ώρες εργασίας επίσης μας οδηγεί στον παραλογισμό. Ένα λοιπόν μας απομένει: Να θέσουμε τις ανάγκες πάνω από την εργασία, και πρώτα απ’ όλα να αναγνωρίσουμε το δικαίωμα στη ζωή και μετέπειτα το δικαίωμα στις ανέσεις της ζωής, για όλους αυτούς που λαμβάνουν μέρος στην παραγωγή.
Αλλά ας πάρουμε οποιοδήποτε άλλο κλάδο ανθρωπίνων δραστηριοτήτων, ας πάρουμε τις εκδηλώσεις της ζωής σαν ολότητα. Ποιος από μας θα μπορούσε άραγε να διεκδικήσει την υψηλότερη αμοιβή για την εργασία του; Είναι μήπως ο γιατρός που ανακάλυψε την αρρώστια ή η νοσοκόμα που επέφερε τη θεραπεία μέσω της περίθαλψής της; Είναι μήπως ο εφευρέτης της πρώτης ατμομηχανής; Ή το αγόρι, το οποίο, μία μέρα εξουθενωμένο από το τράβηγμα του σκοινιού το οποίο πρώτα άνοιγε τη βαλβίδα για να αφεθεί ο ατμός να εισχωρήσει κάτω από τα πιστόνια, έδεσε το σκοινί στο μοχλό της μηχανής χωρίς να υποψιάζεται ότι είχε μόλις εφεύρει το πιο ουσιαστικό μηχανολογικό μέρος όλων των σύγχρονων μηχανών δηλαδή την αυτόματη βαλβίδα;
Είναι άραγε ο εφευρέτης της λοκομοτίβας, ή ο εργάτης από το Νιουκαστλ, ο οποίος πρότεινε να αντικατασταθούν οι πέτρες οι οποίες πρώτα τοποθετούντο κάτω από τις ράγες, με ξύλινα υποστηρίγματα, αφού οι πέτρες λόγω έλλειψης ελαστικότητας προκαλούσαν τον εκτροχιασμό των τραίνων; Είναι άραγε ο μηχανικός που βρίσκεται στη λοκομοτίβα; Αυτός μήπως που σηματοδοτεί τις στάσεις των τραίνων; Αυτός που μεταφέρει τα τραίνα από τη μια γραμμή στην άλλη;
Σε ποιόν οφείλουμε το διατλαντικό τηλεγράφημα; Στο μηχανικό που διαβεβαίωνε πεισματικά ότι το τηλεγράφημα θα διαβίβαζε μηνύματα ενώ οι ηλεκτρολόγοι δήλωναν ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο; Μήπως στον Μόρυ, τον επιστήμονα ο οποίος συμβούλεψε ότι τα χοντρά καλώδια θα έπρεπε να αντικατασταθούν με άλλα τα οποία θα ήταν λεπτά σαν καλαμάκια; Ή στους εθελοντές οι οποίοι ήρθαν από το πουθενά και πέρασαν μέρες και νύχτες στη θάλασσα εξετάζοντας προσεκτικά το καλώδιο εκατοστό-εκατοστό βγάζοντας τα καρφιά που οι μέτοχοι των ατμοπλοϊκών εταιριών βλακωδώς κάρφωσαν στο μονωτικό κάλυμμα του καλωδίου καθιστώντας το έτσι άχρηστο;
Και σε μια ευρύτερη σφαίρα, αυτή της ζωής, με τις χαρές, τις λύπες και τα ατυχήματά της, δεν μπορεί ο καθένας από μας να φέρει στο μυαλό του κάποιον που του προσέφερε μια τόσο μεγάλη υπηρεσία ώστε να αγανακτήσουμε αν ακούγαμε κάποιον να προσπαθεί να εκτιμήσει το ισοδύναμο της σε χρήματα; Αυτή η υπηρεσία μπορεί να ήταν απλώς μια λέξη, μια λέξη που ειπώθηκε τη σωστή στιγμή, ή ακόμα θα μπορούσε να ήταν η αφοσίωση μηνών και χρόνων, και θα τολμήσουμε να εκτιμήσουμε αυτές τις ανυπολόγιστες υπηρεσίες με τη μορφή «εργατο-γραμματίων»;
«Η εργασία του καθενός μας!» Η ανθρώπινη κοινωνία όμως δε θα μπορούσε να υπάρξει για περισσότερο από δύο συναπτές γενιές αν ο καθένας μας δεν έδινε απείρως περισσότερα απ όσα του πληρώνονται υπό τη μορφή χρημάτων, επιταγών ή αστικών ανταμοιβών. Η φυλή αυτή θα εξαφανιστεί σύντομα αν οι μανάδες δεν θυσιάζουν τη ζωή τους για να προσέχουν τα παιδιά τους, αν οι άνδρες δε δίνουν όλο τους το χρόνο, χωρίς να ζητούν κάτι ισοδύναμο σε αντάλλαγμα, και αν δεν έδιναν σε αυτούς από τους οποίους δεν περιμένουν ανταμοιβή.
Εάν η κοινωνία της μεσαίας τάξης παρακμάζει, αν έχουμε μπει μέσα ε μια τυφλή αλέα απ’ όπου δε μπορούμε να αναδυθούμε στην επιφάνεια αν δεν επιτεθούμε στους θεσμούς του παρελθόντος με δαυλούς και με τσεκούρια, και αυτό συμβαίνει ακριβώς διότι έχουμε κάνει τόσους πολλούς υπολογισμούς. Συμβαίνει επειδή έχουμε αφεθεί και επηρεαστεί από το «δούναι μόνο για να λαβείν». Συμβαίνει επειδή προσπαθήσαμε να μετατρέψουμε την κοινωνία σε μία εμπορική εταιρία βασισμένη στη χρέωση και την αποπληρωμή.
Οι κολεκτιβιστές το γνωρίζουν αυτό. Κατανοούν αμυδρώς ότι η κοινωνία δε θα μπορούσε να επιβιώσει αν εκτελούσε την αρχή του «Ο καθένας ανάλογα με τα πρακτέα του». Θέτουν υπό αμφισβήτηση το ότι τα «απαραίτητα», και δε μιλάμε εδώ για τις ιδιότροπες επιθυμίες του καθενός μας, οι ανάγκες του ατόμου, ανταποκρίνονται πάντα στην «εργασία» του».
Έτσι ο Ντε Πεπε μας λέει: « Αυτή η αρχή, η οποία είναι καθαρά ατομικιστική , θα απαλυνόταν ωστόσο από κοινωνική παρέμβαση, για την εκπαίδευση των παιδιών και των νέων ανθρώπων (συμπεριλαμβανομένης της συντήρησης και της κατοικίας) και από την κοινωνική οργάνωση για τη βοήθεια των αδύναμων, των αρρώστων, για τις συντάξεις των ηλικιωμένων εργατών κ.λ.π.».
Κατανοούν ότι ένας άντρας στα 40 του, πατέρας τριών παιδιών, δεν έχει τις ίδιες ανάγκες με ένα νέο 20 χρονών. Γνωρίζουν ότι μία γυναίκα που βυζαίνει το βρέφος της, και μένει άγρυπνη δίπλα στην κούνια του, δεν μπορεί να δουλέψει όσο ένας άνδρας ο οποίος κοιμήθηκε ήρεμα. Φαίνεται ότι αντιλαμβάνονται το ότι άντρες και γυναίκες που έχουν εξαντληθεί από τη σκληρότητα της υπερβολικής εργασίας για την κοινωνία , μπορεί να μην είναι ικανοί να κάνουν τόση δουλεία όσο αυτοί που πέρασαν χαλαρά το χρόνο τους και τσέπωσαν τα «αγαθά» τους από προνομιούχο εργασία τους ως κρατικοί αξιωματούχοι.
Δείχνουν ζήλο στο να απαλύνουν την αρχή τους αυτή. Λένε : «Η κοινωνία δεν θα αποτύχει στο να μεγαλώσει τα παιδιά της και να βοηθήσει τους ηλικιωμένους και τους αρρώστους. Χωρίς αμφιβολία, οι ανάγκες θα είναι το μέτρο του κόστους με το οποίο η κοινωνία θα επιβαρύνει τον εαυτό της για να απαλύνει την αρχή των «πρακτέων»
Φιλανθρωπία, φιλανθρωπία, πάντοτε Χριστιανική φιλανθρωπία, οργανωμένη από το κράτος αυτή το φορά.
Πιστεύουν στη βελτίωση των ορφανοτροφείων, στη βελτίωση των συντάξεων των ηλικιωμένων και των αρρώστων, έτσι ώστε να απαλύνουν τη σκληρότητα της αρχής. Αλλά δεν μπορούν να βάλουν στο περιθώριο την ιδέα του «πληγώνουμε πρώτα και γιατρεύουμε ύστερα!»
Έτσι λοιπόν έχοντας απορρίψει τον Κομμουνισμό, έχοντας αντιμετωπίσει με ελαφρά τη καρδία τη φόρμουλα «Στον καθένα ανάλογα με τα πρακτέα του», αυτοί οι σπουδαίοι οικονομολόγοι ανακαλύπτουν ότι έχουν ξεχάσει κάτι, τις ανάγκες των πιο αποδοτικών, τις οποίες τώρα παραδέχονται. Μόνο που είναι ρόλος του κράτους να τις εκτιμήσει, ρόλος του κράτους να πιστοποιήσει αν οι ανάγκες είναι δυσανάλογες ως προς την εργασία.
Το κράτος θα διανέμει φιλανθρωπία σε μικρές δόσεις. Το πτωχοκομείο και ο νόμος περί φτώχειας στην Αγγλία δεν είναι παρά ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Δεν μπορεί να γίνει κάτι πέραν αυτού του βήματος, γιατί ακόμα και αυτή η μητριά κοινωνία εναντίον της οποίας έχουμε εξεγερθεί έχει επίσης αναγκαστεί να απαλύνει τις ατομικιστικές αρχές της. H ίδια έχει αναγκαστεί να κάνει παραχωρήσεις προς μια κομμουνιστική κατεύθυνση και υπό την ίδια μορφή φιλανθρωπίας.
Η ίδια επίσης μοιράζει γεύματα πείνας για να αποτρέψει το πλιάτσικο από τα μαγαζιά της, χτίζει νοσοκομεία, τα οποία συχνά είναι φρικτά, αλλά και που μερικές φορές είναι εξαίσια, για να αποτραπεί η ερήμωση της χώρας από τις κολλητικές ασθένειες. Η ίδια επίσης αφότου έχει πληρώσει τις ώρες εργασίας και τίποτα παραπάνω, περιθάλπει τα παιδία εκείνων που η ίδια έχει φροντίσει ώστε να τους καταντήσει ένα ράκος. Λαμβάνει υπ’ όψη της τις ανάγκες και μοιράζει φιλανθρωπία σε μικρές δόσεις,
Η φτώχεια έχουμε πει, αποτελεί την κύρια αιτία της ύπαρξης πλούτου. Ήταν η φτώχεια που δημιούργησε τον πρώτο καπιταλιστή. Γιατί προτού συγκεντρωθεί «υπεραξία» για την οποία τόσα πολλά έχουμε ακούσει, έπρεπε να υπάρξουν πρώτα κάποιοι δυστυχισμένοι οι οποίοι να είναι επαρκώς άποροι και να αναγκαστούν έτσι να πουλήσουν την εργασία τους ώστε να μην πεθάνουν της πείνας. Ήταν η φτώχεια που δημιούργησε τους καπιταλιστές. Και αν ο αριθμός των φτωχών αυξήθηκε αλματωδώς κατά το μεσαίωνα, αυτό οφείλεται στις εισβολές και τους πολέμους που ακολούθησαν την ίδρυση κρατών και στην αύξηση του πλούτου που ήρθε ως αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης της Ανατολής , η οποία εκμετάλλευση έσκισε σε κομμάτια τους δεσμούς που κάποτε διατηρούσαν ενωμένες τις αγροτικές και τις αστικές κοινότητες, και τους έμαθε να ανακηρύσσουν την αρχή της μισθοδοσίας, η οποία είναι τόσο αγαπητή στους εκμεταλλευτές, αντί για την αλληλεγγύη την οποία πρώτα εφάρμοζαν.
Και πρόκειται δηλαδή αυτή η αρχή να πηγάσει από μια επανάσταση στην οποία ο κόσμος τολμάει να την αποκαλεί με το όνομα Σοσιαλιστική Επανάσταση, ένα όνομα τόσο πολύτιμο για τους λιμοκτονούντες, τους καταπιεσμένους και αυτούς που υποφέρουν;
Δε θα μπορούσε ποτέ να είναι έτσι Γιατί τη μέρα την οποία οι παλιοί θεσμοί θα καταρρεύσουν υπό τον προλεταριακό πέλεκυ, τα στόματά μας θα το βροντοφωνάξουν: «Ψωμί στέγη και ξεκούραση για όλους». Και οι φωνές αυτές θα εισακουστούν. Οι άνθρωποι θα πουν: «Ας ξεκινήσουμε κατευνάζοντας τη δίψα μας για ζωή, ευτυχία ελευθερία, την οποία ποτέ δεν ικανοποιήσαμε μέχρι τώρα». Και όταν πλέον θα έχουμε γευτεί αυτή τη χαρά, θα στρωθούμε στη δουλειά για να κατεδαφίσουμε και τα τελευταία υπολείμματα κυριαρχίας της μεσαίας τάξης, όπως την ηθική της η οποία χαράσσεται με βάση τα λογιστικά βιβλία, τη φιλοσοφία της χρέωσης και της αποπληρωμής, και το κατεστημένο του «δικό σου» και «δικό μου». «Κατεδαφίζοντας θα οικοδομούμε» όπως είπε σχετικά ο Προυντόν. Και θα οικοδομούμε εις το όνομα του Κομμουνισμού και της Αναρχίας.

Η Κατάκτηση του ψωμιού - Κεφάλαιο 12: Αντιρρήσεις


Ι
Ας εξετάσουμε τώρα τις κύριες αντιρρήσεις εναντίον του κομμουνισμού. Οι περισσότερες είναι φανερά αποτέλεσμα μιας απλής παρανόησης, αλλά μερικές θέτουν σημαντικά ερωτήματα και αξίζουν την προσοχή μας.
Δεν πρόκειται να απαντήσουμε {ν' ασχοληθούμε με απαντήσεις} στις αντιρρήσεις εναντίον του εξουσιαστικού κομμουνισμού: και μεις τις συμμεριζόμαστε. Τα πολιτισμένα έθνη έχουν παραυποφέρει στην μακριά, σκληρή μάχη προς την ατομική ελευθερία, για να απαρνηθούν το μόχθο του παρελθόντος και να ανεχτούν μια κυβέρνηση που θα ήταν και στο παραμικρό αισθητή στην καθημερινή ζωή του πολίτη, ακόμα κι αν αυτή η κυβέρνηση δεν θά' χε άλλο σκοπό παρά το συλλογικό καλό {το καλό της κοινότητας}. Αν κάποτε μια εξουσιαστική [authoritarian, autoritaire] σοσιαλιστική κυβέρνηση κατάφερνε να εγκαθιδρυθεί, δεν θα διαρκούσε πολύ· γενική {γενικευμένη} δυσαρέσκεια σύντομα θα την ανάγκαζε είτε να διαλυθεί, είτε να αναδιοργανωθεί επί ελευθεριακών αρχών.
Πρόκειται λοιπόν να ασχοληθούμε με την αναρχοκομμουνιστική κοινωνία, μια κοινωνία που αναγνωρίζει την απόλυτη ελευθερία το ατόμου, που δεν δέχεται καμία εξουσία, και δεν χρησιμοποιεί κανένα καταναγκασμό για να κάνει τους ανθρώπους αν δουλέψουν. Περιορίζοντας την μελέτη μας στην οικονομική πλευρά του προβλήματος, ας εξετάσουμε αν μια τέτοια κοινωνία, αποτελούμενη από ανθρώπους όπως είναι σήμερα, ούτε καλύτερους ούτε χειρότερους, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο εργατικούς, έχει καμιά πιθανότητα επιτυχούς εξέλιξης.
Η αντίρρηση είναι γνωστή. "Αν η επιβίωση όλων είναι εξασφαλισμένη, και αν η ανάγκη να κερδίσει το μισθό του δεν αναγκάζει τον άνθρωπο να εργασθεί, κανείς δεν θα δουλεύει. Ο καθένας θα αφήνει για το διπλανό του την εργασία που δεν είναι υποχρεωμένος να φέρει εις πέρας." Κατ' αρχήν ας παρατηρήσουμε την ελαφρότητα με την οποία μια τέτοια αντίρρηση τίθεται, χωρίς να παίρνεται υπ' όψην ότι, στην πραγματικότητα η ερώτηση είναι από τη μια μεριά, αν κάποιος πετυχαίνει αποτελεσματικά το σκοπό του με μισθωτή εργασία και από την άλλη, αν η εθελοντική εργασία δεν είναι ήδη, ακόμα και σήμερα πιο αποτελεσματική από την δουλειά που παρακινείται από μισθούς [stimulated by wages,stimulé par le salaire]. Μια ερώτηση που θα απαιτούσε βαθύτατη μελέτη. Αλλά ενώ στις θετικές επιστήμες κάποιος θα εκφράσει τις απόψεις του -επί θεμάτων απείρως απλούστερων και ασημαντότερων- μετά από σοβαρή έρευνα, μετά από προσεκτική συλλογή και επεξεργασία δεδομένων, επί του παρόντος θέματος θα εκδώσει απόφαση, χωρίς τη δυνατότητα έφεσης, αρκούμενος στην αντιπαράθεση ενός μόνο γεγονότος, για παράδειγμα την αποτυχία των κομμουνιστικών κοινοτήτων στην Αμερική. Ενεργούν σαν το δικηγόρο, ο οποίος δεν βλέπει τον αντίπαλο συνήγορο σαν τον υπερασπιστή ενός σκοπού, ή μιας διαφορετικής άποψης, αλλά απλά σαν αντίπαλο σε μια ρητορική διαμάχη· αν ευτυχίσει και βρει κάποιο αντίλογο, δεν ενδιαφέρεται για την παραπέρα δικαιολόγηση της άποψής του. Έτσι αυτή η ουσιαστική βάση της πολιτικής οικονομίας, η μελέτη των ποιο ευνοϊκών συνθηκών που θα δώσουν στην κοινωνία τη μεγαλύτερη ποσότητα ωφέλιμων προϊόντων με τη λιγότερη σπατάλη ανθρώπινης προσπάθειας, δεν αναπτύσσεται.
Το πιο εντυπωσιακό σημείο αυτής της ελαφρότητας είναι ότι και στην ίδια την καπιταλιστική πολιτική οικονομία υπάρχουν μερικοί συγγραφείς που αναγκάζονται από τα γεγονότα να αμφισβητήσουν το αξίωμα που θέσανε οι ιδρυτές {θεμελιωτές} της επιστήμης τους, ότι δηλαδή η απειλή της πείνας είναι το καλύτερο κίνητρο {διεγερτικό} για δημιουργική εργασία. Αρχίζουν να διακρίνουν ότι κατά την παραγωγή εισάγεται κάποιο συλλογικό στοιχείο το οποίο, αν και τελείως αγνοημένο έως σήμερα, μπορεί να είναι πιο σημαντικό από το προσωπικό όφελος. Η κατώτερη ποιότητα της μισθωτής εργασίας, η τρομερή δαπάνη ανθρώπινου μόχθου στη σύγχρονη γεωργική και βιομηχανική εργασία, η συνεχώς αυξανόμενη ποσότητα των ηδονιστών [pleasure-seekers, jouisseurs], που σήμερα φορτώνουν το φορτίο τους στους ώμους των άλλων, η έλλειψη κάθε κεφιού για δουλειά που γίνεται όλο και πιο φανερή· όλα αυτά αρχίζουν να απασχολούν τους οικονομολόγους της "κλασσικής" σχολής. Κάποιοι εξ' αυτών αναρωτιούνται μήπως και βρίσκονται σε λάθος μονοπάτι: αν αυτό το φανταστικό ων, πρωτοτυπικά πονηρό[idéalisé en laid], που υποκινείται μόνο από το δόλωμα του μισθού, πραγματικά υπάρχει. Αυτή η αίρεση έχει διεισδύσει ακόμα και στα πανεπιστήμια: μπορεί να βρεθεί σε βιβλία ορθόδοξης οικονομίας. Αυτό δεν εμποδίζει πολλούς ρεφορμιστές σοσιαλιστές να παραμένουν οπαδοί της ατομικής αμοιβής, και να υπερασπίζουν την ακρόπολη του ημερομισθίου [wagedom, salariat] παρόλο που παραδίνεται, λιθάρι το λιθάρι στους πολιορκητές από τους πρώην υπερασπιστές της.
Φοβούνται ότι χωρίς καταναγκασμό οι μάζες δεν θα δουλεύουν.
Αλλά μήπως δεν έχουμε ήδη ακούσει- δυο φορές κατά τη διάρκεια της ζωής μας, να εκφράζονται οι ίδιοι φόβοι; από τους εναντιώμενους την κατάργηση της δουλείας {αντι-αμπολισιονιστές} στις ΗΠΑ πριν την απελευθέρωση των νέγρων και από την αριστοκρατία της Ρωσίας πριν την απελευθέρωση των δουλοπάροικων {κολίγων}[serfs]; "Χωρίς μαστίγιο, ο νέγρος δεν δουλεύει" λέγανε οι αντι-αμπολισιονιστές. "Δίχως την επίβλεψη του κυρίου τους οι δουλοπάροικοι θ' αφήσουν τη γη ακαλλιέργητη¨ έλεγαν οι Ρώσοι τσιφλικάδες[Russian serf-owners, boyards russes]. Ήταν το ρεφραίν του Γάλου αριστοκράτη το 1879, το ρεφραίν του Μεσαίωνα, ένα ρεφραίν τόσο παλιό όσο και ο κόσμος, και θα τ΄ ακούμε κάθε φορά που θα ζητάμε την εξάλειψη μιας αδικίας. Και κάθε φορά τα γεγονότα θα το διαψεύδουν. Ο απελευθερωμένος χωρικός του 1792 όργωνε με μια άγρια ενεργητικότητα άγνωστη στους προγόνους του, ο ελευθερωμένος νέγρος δουλεύει περισσότερο από τους γονείς του, κι ο Ρώσος χωρικός, αφού ετίμησε τον μήνα του μέλιτός της απελευθέρωσής του με το να γιορτάζει ως ιερή και την Παρασκευή και όχι μόνο την Κυριακή, έχει πιάσει δουλειά με όλο και περισσότερη όρεξη καθώς η απελευθέρωσή του προχωρεί όλο και περισσότερο. Εκεί που η γη του ανήκει, δουλεύει πιο αμείλικτα [avec acharnement] -αυτή είναι η κατάλληλη λέξη [c'est le mot]. Το ρεφραίν του αντι-αμπολισιονιστή είναι χρήσιμο στον ιδιοκτήτη των σκλάβων, όσο για τους ίδιους τους σκλάβους, αυτοί ξέρουν τι αξίζει μιας και ξέρουν τα κίνητρά του.
Επιπλέον, ποιος, εκτός των οικονομολόγων, μας δίδαξε ότι αν η εργασία ενός μισθωτού του είναι αδιάφορη, εντατική και παραγωγική δουλειά μπορεί να επιτευχθεί μόνο από κάποιον που βλέπει την περιουσία του να αυξάνεται εν αναλογία με την προσπάθειά του; Όλοι οι ύμνοι που ψάλονται προς τιμήν της ιδιωτικής περιουσίας μπορούν να αναχθούν σ' αυτό το αξίωμα.
Επειδή -είναι αξιοσημείωτο- όταν οι οικονομολόγοι θέλοντας να υμνήσουν τις ευλογίες[blessings, bienfaits] της ιδιωτικής περιουσίας, μας δείχνουν πως το στέρφο, ελώδες, ή πετρώδες έδαφος καλύπτεται από πλούσια σοδειά όταν καλλιεργηθεί από το χωρικό ιδιοκτήτη του, επ΄ ουδενί δεν αποδεικνύουν τη θέση τους υπέρ της ιδιωτικής περιουσίας. Με το να παραδέχονται ότι η μοναδική εγγύηση για να μην ληστευθεί κάποιος από τα αποτελέσματα της δουλειάς του είναι η κατοχή των μέσων της εργασίας του -κάτι που είναι αλήθεια- οι οικονομολόγοι αποδεικνύουν μόνο ότι ο άνθρωπος παράγει περισσότερο όταν δουλεύει εν πλήρη ελευθερία, όταν έχει μια κάποια επιλογή επί των ασχολιών του {σχετικά με το τι θ' ασχοληθεί}, όταν δεν έχει επιστάτες να μπαίνουν στα πόδια του, και τέλος, όταν βλέπει ότι η δουλειά του φέρνει όφελος {κέρδος} στον ίδιο και σ΄ άλλους που δουλεύουν σαν κι αυτόν, και όχι σε αργόσχολους. Αυτό είναι όλο που προκύπτει από τα επιχειρήματά τους, κι αυτό λέμε και μεις.
Όσον αφορά δε τη μορφή κατοχής των μέσων της εργασίας τους, την αναφέρουν μόνο παρεπειμπτόντως στην απόδειξή τους, σα μια εγγύηση στον καλλιεργητή ότι δεν θα ληστευθεί από τα οφέλη -ή από τις βελτιώσεις- του προϊόντος του. Επίσης αφού υποστηρίζουν την ιδιωτική περιουσία σε αντιδιαστολή με άλλες μορφές κατοχής, δεν θα 'πρεπε οι οικονομολόγοι να δείξουν επιπλέον και ότι επί συλλογικής κατοχής {κοινοκτημοσύνης} η γη ποτέ δεν παράγει τόσο πλούσια σοδιά όσο επί ιδιωτικής κατοχής; Αλλά αυτό δεν ισχύει· στην πραγματικότητα το αντίθετο έχει παρατηρηθεί.
Πάρτε για παράδειγμα μια κομμούνα στο καντόνι του Βωντ (Vaud) κατά τη διάρκεια του χειμώνα, όταν όλοι οι άνδρες του χωριού πάνε να κόψουν ξύλα στο δάσος που ανήκει σε όλους τους. Ακριβώς κατά τη διάρκεια αυτής της γιορτής της δουλειάς [festivals of toil, fêtes du travail] βλέπει κανείς το μεγαλύτερο πάθος για δουλειά και επίδειξη ανθρώπινης δύναμης. Κανένας έμμισθος μόχθος και καμιά προσπάθεια προσωπικού ιδιοκτήτη μπορεί να αντέξει τη σύγκριση.
Ή ας πάρουμε ένα ρωσικό χωριό, όταν όλοι οι κάτοικοι μαζί θερίζουν το χωράφι που ανήκει στην κομμούνα ή που απλά εκμεταλλεύεται απ' αυτήν. Εκεί βλέπει κανείς τι μπορεί να παράγει ο άνθρωπος όταν δουλεύει από κοινού σ' ένα συλλογικό έργο. Σύντροφοι συναγωνίζονται ποιος θα καθαρίσει το μεγαλύτερο κομμάτι· οι δε γυναίκες στο πόδι τους ανασκουμπώνονται ώστε να μην μείνουν πίσω από τους θεριστές. Είναι μια γιορτή δουλείας όπου εκατό άνθρωποι παράγουν σε μερικές ώρες έργο που θα 'περνε μέρες αν δούλευε ο καθένας ξεχωριστά. Πόσο θλιβερή φαίνετε η δουλειά του μεμονωμένου ιδιοκτήτη εν συγκρίσει!
Τέλος, θα μπορούσαμε να δώσουμε χιλιάδες παραδείγματα από τους πιονιέρους [pioneers] της Αμερικής, από την Ελβετία, Γερμανία, Ρωσία και μερικά χωριά στην Γαλλία· η δουλειά των ρωσικών ουλαμών [gangs,escouades] (artels) όπου χτίστες, ξυλουργοί, βαρκάρηδες, ψαράδες, κτλ, που αναλαμβάνουν μια δουλειά συλλογικά και μοιράζουν το αποτέλεσμα χωρίς τη μεσολάβηση των μεσαζόντων. Θα μπορούσαμε επίσης να αναφέρουμε τα μεγάλα ομαδικά κυνήγια των νομαδικών φυλών, και ένα άπειρο αριθμό από πετυχημένες συλλογικές επιχειρήσεις. Και σε κάθε περίπτωση θα φαινόταν η αδιαμφισβήτητη ανωτερότητα της συλλογικής εργασίας έναντι αυτής που γίνεται για το μεροκάματο ή του μεμονωμένου ιδιοκτήτη.
Το ευ ζην [well-being, bien-être], δηλαδή η ικανοποίηση των φυσικών, καλλιτεχνικών και ηθικών αναγκών και η εγγύηση αυτής της ικανοποίησης είναι ανέκαθεν το πιο δυνατό κίνητρο για δουλειά. Κι ενώ ο μισθωτός παράγει τα απολύτως αναγκαία με δυσκολία, ένας ελεύθερος εργαζόμενος, βλέποντας μεγαλύτερη άνεση και πολυτέλεια για τον εαυτό του και τους άλλους σαν το αποτέλεσμα της δουλειάς του, επενδύει πολλή μεγαλύτερη ενέργεια και εφευρετικότητα, με αποτέλεσμα να παράγει προϊόντα πρώτης τάξης εν αφθονία. Ο ένας νοιώθει καθηλωμένος στη μιζέρια, ο άλλος ελπίζει σε ένα πολυτελές και άνετο μέλλον. Εκεί βρίσκεται όλο το μυστικό. Επομένως μια κοινωνία που αποσκοπεί στο ευ ζην όλων των μελών της και στην δυνατότητα όλων να απολαμβάνουν τη ζωή σ' όλες τις εκδηλώσεις της, θα προσφέρει εθελοντική εργασία που είναι απείρως ανώτερη και πιο παραγωγική από οτιδήποτε έχει παραχθεί μέχρι τώρα υπό το ζυγό της σκλαβιάς, της δουλοπαροικίας, ή της έμμισθης εργασίας[wagedom, salariat].
ΙΙ
Σήμερα, όποιος μπορεί να φορτώσει στους άλλους το δικό του μερίδιο εργασίας αναγκαίας για την επιβίωση, το κάνει και είναι γενικά αποδεκτό ότι πάντα θα είναι έτσι.
Τώρα, η εργασία αναγκαία για την επιβίωση είναι ουσιαστικά χειρωνακτική. Μπορεί να είμαστε καλλιτέχνες ή επιστήμονες, αλλά κανείς μας δεν μπορεί να κάνει χωρίς πράγματα που παράγονται με χειρωνακτική εργασία, -ψωμί, ρούχα, δρόμοι, πλοία, φως, θερμότητα, κτλ. Επιπλέον, όσο υψηλά καλλιτεχνικές ή λεπτά μεταφυσικές [highly artistic subtly metaphysical, hautement artistiques subtilement métaphysiques] και να είναι οι απολαύσεις μας, όλες τους εξαρτούνται από τη χειρωνακτική εργασία. Και είναι ακριβώς αυτήν την εργασία -θεμέλιο της ζωής- που ο καθένας προσπαθεί να αποφύγει.
Κατανοούμαι απολύτως ότι έτσι πρέπει να είναι σήμερα.
Γιατί σήμερα, το να κάνεις χειρωνακτική δουλειά στην πραγματικότητα σημαίνει να κλειστείς για δέκα με δώδεκα ώρες σ' ένα ανθυγιεινό εργαστήρι, και να είσαι καθηλωμένος στην ίδια δουλειά για είκοσι ή τριάντα χρόνια μπορεί και για όλη σου τη ζωή.
Σημαίνει να είσαι καταδικασμένος σ΄ ένα πενιχρό μισθό, στην αβεβαιότητα του αύριο, την ανεργία, συχνά στην ένδεια [destitution,misère], συχνότερα σε θάνατο στο νοσοκομείο, μετά από σαράντα χρόνια που δούλεψες για να ταΐσεις, ντύσεις, ψυχαγωγήσεις και να διδάξεις άλλους εκτός από τον εαυτό σου και τα παιδιά σου.
Σημαίνει να φέρεις τη στάμπα της κατωτερότητας όλη σου τη ζωή, γιατί, ότι και να μας λένε οι πολιτικοί, όποιος εκτελεί χειρωνακτική εργασία θεωρείται πάντα κατώτερος αυτού που εκτελεί πνευματική εργασία, κι αυτός που έχει μοχθήσει δέκα ώρες στο εργαστήρι δεν έχει το χρόνο, κι ακόμα λιγότερο τα μέσα, να προσφέρει στον εαυτό του τις υψηλές απολαύσεις της τέχνης και της επιστήμης, ούτε καν να μάθει να τις εκτιμά· πρέπει να είναι ευχαριστημένος με τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των προνομιούχων.
Κατανοούμε ότι υπό αυτές τις συνθήκες η χειρωνακτική εργασία θεωρείται κατάρα.
Κατανοούμε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα όνειρο: να καταφέρουν, αυτοί ή τα παιδιά τους να ξεφύγουν απ' αυτή την κατώτερη κατάσταση· να δημιουργήσουν για τον εαυτό τους μια ¨ανεξάρτητη¨ θέση, που πάει να πει, να ζούνε κι ίδιοι από τον κόπο άλλων!
Όσο υπάρχει μια τάξη εργαζόμενων σε χειρωνακτικές εργασίες {εργατών} και μια τάξη εργαζόμενων σε πνευματικές εργασίες {"εργατών" του πνεύματος, μαύρα χέρια και άσπρα χέρια, έτσι θα' ναι τα πράγματα.
Πράγματι, τι ενδιαφέρον μπορεί αυτή η καταθλιπτική δουλειά να έχει για τον εργάτη, όταν αυτός ξέρει ότι από την κούνια μέχρι τον τάφο τον περιμένει μια ζωή μετριότητας, φτώχειας και ανασφάλειας για το αύριο; Επομένως, όταν βλέπουμε την συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων να ξεκινάνε την άθλια δουλειά τους κάθε πρωί, ξαφνιαζόμαστε από την επιμονή τους, από την όρεξή τους για δουλειά, από τη συνήθεια που τους επιτρέπει να διάγουν μια μίζερη ζωή χωρίς ελπίδα για το αύριο, σαν μηχανές που τυφλά εκτελούν οδηγίες, χωρίς να προσβλέπουν, έστω και αμυδρά, ότι κάποια μέρα αυτοί ή τουλάχιστον τα παιδιά τους, θα συμμετέχουν σε μια ανθρωπότητα πλούσια με τους θησαυρούς της άφθονης φύσης, με όλες τις απολαύσεις της γνώσης, της επιστημονικής ή καλλιτεχνικής δημιουργίας, που σήμερα μόνο λίγοι προνομιούχοι μπορούν να απολαύσουν.
Ακριβώς για να εξαλείψουμε αυτό το διαχωρισμό μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, θέλουμε να καταργήσουμε την μισθωτή εργασία[wagedom], γι αυτό επιδιώκουμε την Κοινωνική Επανάσταση. Τότε η δουλειά δεν θά 'ναι πια κατάρα: θα γίνει αυτό που θα έπρεπε να είναι - η ελεύθερη εξάσκηση όλων των ανθρώπινων δυνατοτήτων [faculties of man, facultés de l' homme].
Επιπλέον, καιρός είναι να κάνουμε μια σοβαρή ανάλυση του εξής μύθου: υποτίθεται ότι ανώτερη δουλειά μπορεί να παραχθεί μόνο κάτω από το βούρδουλα της μισθωτής εργασίας.
Για να συλλάβετε την τεράστια σπατάλη ανθρώπινης ενέργειας χαρακτηριστική της σύγχρονης βιομηχανίας αρκεί να επισκεφτείτε ένα εργοστάσιο, όχι ένα πρότυπο εργοστάσιο ή εργαστήρι που βρίσκουμε καμιά φορά καθ΄ εξαίρεση, αλλά ένα συνηθισμένο εργοστάσιο. Για κάθε λίγο-πολύ ορθολογικά οργανωμένο εργοστάσιο, υπάρχουν παραπάνω από εκατό που χαραμίζουν τον ανθρώπινο μόχθο χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγο πέρα του να αυξήσουν κατά μερικούς οβολούς το ημερήσιο εισόδημα του εργοδότη.
Εδώ θα δείτε, νεαρούς μεταξύ είκοσι και εικοσιπέντε χρονών, να κάθονται όλη μέρα σ' ένα πάγκο, με καμπουριασμένους ώμους [their chests sunken in, la poitrine renfoncée], κουνώντας πυρετωδώς το κεφάλι και το κορμί για να δέσουν, με ταχύτητα ταχυδακτυλουργού, τις άκρες από μικρά ευτελή κομμάτια μπαμπακιού, τ΄ απομεινάρια του αγαλειού [Σ.τ.μ. εδώ θέλει πιο πολύ δουλειά]. Τι απογόνους θα κληροδοτήσουν στη χώρα τους αυτά τα τρεμάμενα ετοιμόροπα κορμιά; "Μα πιάνουν τόσο λίγο τόπο στο εργοστάσιο, και καθένας τους φέρνει ένα τάλιρο[sixpence,cinquante centimes] τη μέρα", θα πει ο εργοδότης.
Σε ένα τεράστιο εργοστάσιο του Λονδίνου θα μπορούσατε να δείτε κοπελιές, φαλακρές από τα δεκαεφτά τους από τους δίσκους με σπίρτα που κουβαλάνε στο κεφάλι τους από δωμάτιο σε δωμάτιο του εργοστασίου, τη στιγμή που μια απλούστατη μηχανή θα μπορούσε να κυλήσει τα σπίρτα στο τραπέζι τους. Αλλά ... είναι τόσο φτηνή η δουλειά των ανειδίκευτων γυναικών! Τι να την κάνουν τη μηχανή; όταν οι κοπελίτσες δεν μπορούν να δουλέψουν άλλο, είναι τόσο εύκολο να αντικατασταθούν ... υπάρχουν τόσο πολλές στο δρόμο.
Στα σκαλιά μια έπαυλης {ενός αρχοντικού} μια παγερή νύχτα θα βρείτε ένα ξυπόλητο παιδί να κοιμάται αγκαλιά με ένα δεμάτι εφημερίδες ... η παιδική εργασία είναι τόσο φτηνή ώστε είναι πιθανόν να προσλαμβάνεται κάθε βράδυ, για να πουλάει εφημερίδες ένα φράγκο τη μία, εκ του οποίου το κακόμοιρο αγόρι θα παίρνει μια με μιάμιση δεκάρα. Τέλος, μπορεί να δείτε ένα γεροδεμένο άντρα να τριγυρνά με κρεμάμενα χέρια· είναι άνεργος μήνες τώρα. Εν τω μεταξύ η κόρη του χλωμαίνει ολοένα και περισσότερο από τις αναθυμιάσεις της βιοτεχνίας κατασκευής ενδυμάτων, και ο γιος του γεμίζει με τα χέρια του κουτιά με βερνίκι ή περιμένει με τις ώρες σε μια γωνιά ώσπου κάποιος περαστικός να του επιτρέψει να κερδίσει δυο δεκάρες.
Και έτσι είναι παντού, από το Σαν Φρανσίσκο στη Μόσχα, κι από τη Νάπολη στη Στοκχόλμη. Η σπατάλη της ανθρώπινης ενέργειας είναι το διακριτικό{ορίζον} χαρακτηριστικό της βιομηχανίας - για να μην αναφέρουμε το εμπόριο όπου αποκτά ακόμη πιο κολοσσιαίες διατάσεις.
Τι θλιβερή σάτιρα αυτό το όνομα, πολιτική οικονομία, να δίνεται στην επιστήμη της κατασπατάλησης της ανθρώπινης ενέργειας κάτω από το σύστημα της μισθωτής εργασίας.
Αλλά αυτό δεν είναι όλο. Αν μιλήσετε στον διευθυντή ενός καλά οργανωμένου εργοστασίου, θα σας εξηγήσει με αφέλεια πόσο δύσκολο είναι στις μέρες μας να βρεθεί ένας επιτήδειος, ζωηρός και ενεργητικός εργάτης που θα δουλεύει με όρεξη. "Αν ένας τέτοιος άνθρωπος παρουσιαζότανε ανάμεσα στους είκοσι τριάντα που έρχονται κάθε Δευτέρα και ζητούνε δουλειά, σίγουρα θα τον προσλαμβάναμε, ακόμα κι αν είμαστε σε περίοδο μείωσης του προσωπικού. Θα τον αναγνωρίζαμε με την πρώτη ματιά και θα είναι πάντα ευπρόσδεκτος, ακόμα κι αν θα αναγκαστούμε να απολύσουμε κάποιον γεροντότερο και λιγότερο ενεργό εργάτη την άλλη μέρα." Και αυτός που μόλις έλαβε την ειδοποίηση απόλυσης, κι αυτοί που θα την λάβουν αύριο, θα ενισχύσουν τον τεράστιο εν εφεδρεία στρατό του κεφαλαίου - άνεργοι εργάτες- που καλούνται στον αργαλειό ή στον πάγκο μόνο όταν υπάρχει φόρτος εργασίας [pressure of work, moments de presse] ή για να σπάσουν μια απεργία. Και τι γίνεται με τους άλλους εργάτες, που είναι στο μέσο όρο και απορρίπτονται από τα πρώτης τάξης εργοστάσια; Αυτοί κατατάσσονται στον εξίσου τρομερό στρατό των αδιάφορων εργατών που συνεχώς ανακυκλώνονται μεταξύ των εργοστασίων δεύτερης τάξης- αυτών που μόλις βγάζουν τα έξοδά τους και πορεύονται στον κόσμο με κόλπα και παγίδες για τον αγοραστή, ειδικά για τον καταναλωτή σε μακρινές χώρες.
Και αν μιλήσετε με τους εργάτες, σύντομα θ' ανακαλύψετε ότι ο κανόνας σ' αυτά τα εργοστάσια είναι- ποτέ μη δουλεύεις όσο μπορείς. "Σκάρτος μισθός - σκάρτη δουλειά!" αυτή είναι η συμβουλή που δίνουν στον εργάτη οι σύντροφοι του με το που μπαίνει στο εργοστάσιο.
Γιατί οι εργάτες ξέρουν ότι αν σε μια στιγμή γενναιοδωρίας ενδώσουν στις ικεσίες του εργοδότη και συμφωνήσουν να εντατικοποιήσουν τη δουλειά τους για να ανταπεξέλθουν σε μια πιεστική παραγγελιά, τότε αυτή η νευρώδης εργασία θα απαιτείται στο μέλλον σαν κανόνας στην κλίμακα των μισθών [scale of wages, l'échelle des salaires]. Επομένως σε τέτοια εργοστάσια προτιμούν να μην παράγουν ποτέ όσο μπορούν. Σε ορισμένα εργοστάσια η παραγωγή κρατιέται χαμηλά ούτως ώστε οι τιμές να διατηρηθούν υψηλές, και μερικές φορές περνιέται το σύνθημα πονηρά, που σημαίνει, "Κακή δουλειά για κακή πληρωμή".
Η μισθωτή εργασία είναι δουλοπαροικία [serf-work,labeur de serf]· δεν μπορεί, δεν πρέπει να παράγει όλα όσα μπορεί να παράγει. Και είναι καιρός να ξεμπερδέψουμε με το μύθο που παρουσιάζει το μισθό σαν το καλύτερο κίνητρο προς παραγωγική εργασία. Αν σήμερα η βιομηχανία παράγει το εκατονταπλάσιο από την εποχή των παππούδων μας, αυτό οφείλεται στο ξαφνικό ξύπνημα των φυσικοχημικών επιστημών κατά το τέλος του τελευταίου αιώνα [Σ.τ.μ. του 19ου]· δεν επιτεύχθηκε εξαιτίας της καπιταλιστική οργάνωση της μισθωτής εργασίας, αλλά παρά την ύπαρξη αυτής της οργάνωσης.
ΙΙΙ
Όσοι έχουν σοβαρά εξετάσει το Θέμα δεν αρνούνται κανένα από τα πλεονεκτήματα του κομμουνισμού, υπό την προϋπόθεση εννοείτε, ότι είναι τελείως ελεύθερος, δηλαδή αναρχικός. Αναγνωρίζουν ότι κάθε εργασία πληρωμένη με χρήματα, έστω κι αν είναι μεταμφιεσμένα σε "κουπόνια" ["labour notes","bons"] που θα καταβάλλονται στις εργατικές ενώσεις από το κράτος, θα κρατούσε τα χαρακτηριστικά της μισθωτής εργασίας και συνεπώς θα διατηρούσε τα μειονεκτήματα της μισθωτής εργασίας. Συμφωνούν ότι το όλο σύστημα σύντομα θα υπέφερε τις συνέπειες, ακόμα κι αν η κοινωνία κατείχε τα μέσα παραγωγής. Και παραδέχονται ότι, χάρη στην ολοκληρωμένη παιδεία που θα παρέχεται σ΄ όλα τα παιδιά, για τις εργασιακές συνήθειες [laborious habits,habitudes laborieuses] των πολιτισμένων κοινωνιών, μαζί με την ελευθερία να διαλέγεις και να αλλάζεις την ασχολία σου και τα θέλγητρα [attractions,l'attrait] της εργασίας μεταξύ ίσων προς όφελος όλων{κοινό καλό}, μια κομμουνιστική κοινωνία σύντομα θα τριπλασίαζε, θα δεκαπλασίαζε, τη γονιμότητα του εδάφους και θα 'δεινε ένα νέο παλμό στην βιομηχανία.
Μέχρι εδώ οι αντίπαλοί μας συμφωνούν. "Αλλά ο κίνδυνος" , λένε, "θα 'ρθει από τη μειοψηφία των λουφατζήδων που δε θα δουλεύουν, και δεν θά'χουν τακτικό και συνεπές ωράριο [regular habits, n'y apporteront pas de régularité et d'esprit de suite], παρόλο που θα υπάρχουν όλες οι συνθήκες για ευχάριστη δουλειά. Σήμερα ο φόβος της πείνας αναγκάζει τους πιο αντιδραστικούς να κινούνται μαζί με τους άλλους. Όποιος δεν έρχεται στην ώρα του απολύεται. Αλλά ένα μαύρο πρόβατο αρκεί για να διαφθείρει όλο το κοπάδι, και δυο τρεις τεμπέληδες ή αντιδραστικοί εργάτες θα αποπλανήσουν τους υπόλοιπους και θα φέρουν στο εργοστάσιο ένα πνεύμα ανοργανωσιάς και εξέγερσης που θα κάνει αδύνατη τη δουλειά· έτσι στο τέλος θα αναγκαστούμε σ' ένα σύστημα καταναγκασμού που θα αναγκάσει τους υποκινητές να ξαναμπούν στη γραμμή. Και δεν είναι το σύστημα της πληρωμής ανάλογα με την ποσότητα της δουλειάς, το μοναδικό που επιτρέπει καταναγκασμό χωρίς να πληγώνει τα αισθήματα του εργαζόμενου; Γιατί όλα τα άλλα μέσα θα συνεπάγονταν τη συνεχή παρέμβαση της εξουσίας, πράγμα αποκρουστικό για ένα ελεύθερο άνθρωπο." Αυτή πιστεύουμε πως είναι η αντίρρηση σε όλη της την ισχύ.
Αυτή η αντίρρηση ανήκει στην κατηγορία των επιχειρημάτων που προσπαθεί να δικαιολογήσει το κράτος, το ποινικό δίκαιο, το δικαστή και το δεσμοφύλακα.
"Καθώς υπάρχουν άνθρωποι, μια ασθενική μειονότητα [feeble minority, faible minorité] που δεν παραδίδονται στα κοινωνικά ήθη" λένε οι εξουσιαστικοί, "πρέπει να διατηρήσουμε το κράτος, την εξουσία, τα δικαστήρια και τις φυλακές, παρόλο που που απ' αυτούς τους θεσμούς πηγάζουν κάθε είδους καινούρια κακά."
Επομένως είμαστε υποχρεωμένοι να επαναλάβουμε ότι έχουμε τόσο συχνά πει σχετικά με την εξουσία γενικώς: "Για να αποφύγετε ένα πιθανό κακό έχετε καταφύγει σε μέσα που από μόνα τους αποτελούν μεγαλύτερο κακό, και τελικά προξενούν το κακό που θέλετε να διορθώσετε. Διότι, μην ξεχνάτε ότι είναι η μισθωτή εργασία, η αδυναμία {μη δυνατότητα}[impossibility, l'impossibilité] να ζήσει κανείς μ' άλλο τρόπο παρά να πουλάει τη δουλειά του, που έχει δημιουργήσει το καπιταλιστικό σύστημα, τις αμαρτίες του οποίου μόλις έχετε αρχίσει να αναγνωρίζετε."
Θα μπορούσαμε επίσης να επισημάνουμε ότι αυτός ο εξουσιαστικός τρόπος σκέψης δεν είναι παρά μια απολογία [plaidoyer] για να δικαιολογήσει τα κακά του υπάρχοντος συστήματος. Η μισθωτή εργασία δεν εισήχθηκε για να διορθώσει τα μειονεκτήματα του κομμουνισμού· η καταγωγή της όπως και η καταγωγή του κράτους και της ιδιωτικής περιουσίας, είναι άλλη. Γεννήθηκε από τη βίαιη επιβολή της δουλείας και της δουλοπαροικίας και απλά φοράει σύγχρονη ενδυμασία. Συνεπώς αυτό το επιχείρημα δεν έχει περισσότερη αξία από τα επιχειρήματα που προσπαθούν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη της περιουσίας και του κράτους.
Ωστόσο, θα εξετάσουμε τώρα αυτήν την αντίρρηση για να δούμε αν περιέχει καμία αλήθεια.
Κατ' αρχήν, δεν είναι προφανές ότι αν μια κοινωνία θεμελιωμένη στην αρχή της ελεύθερης εργασίας, κινδύνευε πραγματικά από λουφατζήδες, θα μπορούσε εύκολα να αυτοπροστατευθεί χωρίς εξουσιαστική οργάνωση και χωρίς να καταφύγει στη μισθωτή εργασία;
Ας υποθέσουμε μια ομάδα από εθελοντές, που ενώνονται για κάποιο επιχείρημα, για την επιτυχία του οποίου όλοι δουλεύουν με ζήλο, εκτός από ένα εταίρο που συχνά απουσιάζει από το πόστο του. Τι πρέπει να κάνουν οι υπόλοιποι εταίροι; Να διαλύσουν την ομάδα, και να εκλέξουν ένα πρόεδρο που να επιβάλει πρόστιμα; ή ίσως -όπως η Ακαδημία- να διανείμουν τεκμήρια{κουπόνια} παρουσίας [markers, jetons de présence]; Προφανώς δεν θα κάνουν ούτε το είναι ούτε το άλλο, αλλά μια μέρα θα πιάσουν τον σύντροφο που θέτει σε κίνδυνο την επιτυχία του εγχειρήματος και θα του πούνε: "Φίλε, θα μας άρεσε να δουλέψουμε μαζί σου· αλλά καθώς είσαι συχνά απών και γενικά είσαι αμελής, πρέπει να χωρίσουμε. Πήγαινε να βρεις άλλους συντρόφους που θ΄ ανέχονται την αδιαφορία σου!"
Αυτός ο τρόπος είναι τόσο φυσικός που σήμερα εφαρμόζεται παντού, σ' όλες τις βιομηχανίες, ταυτόχρονα με όλα τ' άλλα συστήματα: πρόστιμα, περικοπή μισθού, επίβλεψη κτλ· ένας εργάτης μπορεί να έρθει στο εργοστάσιο στην ώρα του, αλλά αν δεν κάνει καλά τη δουλειά του, αν παρεμποδίζει τους συντρόφους του με την τεμπελιά του ή άλλα ελαττώματα και γίνεται καυγάς, τότε τέλος. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει το εργοστάσιο.
Γενικά, υποτίθεται [On prétend] ότι είναι το παντοδύναμο αφεντικό και οι επιστάτες του που διατηρούν την ομαλότητα [regularity, régularité] και την ποιότητα της δουλειάς στο εργοστάσιο. Στην πραγματικότητα, σε μια κάπως περίπλοκη επιχείρηση, όπου τα προϊόντα περνούν από πολλά χέρια πριν ολοκληρωθούν, είναι το ίδιο το εργοστάσιο, το σύνολο των εργατών που επιβλέπουν[see, veillen] τις καλές συνθήκες εργασίας. Αυτός είναι ο λόγος που τα καλύτερα ιδιωτικά αγγλικά εργοστάσια έχουν λίγους επιστάτες, πολύ λιγότερους κατά μέσο όρο από τα γαλλικά εργοστάσια, και ασύγκριτα λιγότερους από τα κρατικά αγγλικά εργοστάσια.
Με τον ίδιο τρόπο διατηρείτε και ένας κάποιος ηθικός πυρήνας{ηθικό επίπεδο} [un certain niveau moral ] στην κοινωνία. Υποτίθεται, ότι διατηρείται εξαιτίας των αγροφυλάκων, των δικαστών, και των αστυνομικών, ενώ στην πραγματικότητα διατηρείτε παρά την ύπαρξη του δικαστή, του αστυνόμου και του αγροφύλακα. "Πολλοί νόμοι, πολλά εγκλήματα" λέει ένα πολύ παλιό ρητό.
Τα πράγματα δεν είναι έτσι μόνο στα βιομηχανικά εργοστάσια, αλλά είναι η καθημερινή πρακτική παντού, σε μια κλίμακα που μόνο κάποιος που ζει μέσα στα βιβλία {βιβλιοφάγος} δεν έχει ακόμα καταλάβει.
Όταν μια σιδηροδρομική εταιρία που είναι σε συνομοσπονδία με άλλες εταιρείες, αμελεί τις υποχρεώσεις της, όταν τα τραίνα της καθυστερούν, και τα αγαθά είναι παρατημένα στους σταθμούς, συνήθως μια απειλή διακοπής συμβολαίου από τις άλλες εταιρείες αρκεί.
Γενικά πιστεύεται[On croit], ή τουλάχιστον διδάσκεται, ότι ο μόνος λόγος που κρατούνται{τιμούνται} οι εμπορικές υποχρεώσεις είναι ο φόβος της μήνυσης· κάθε άλλο. Εννιά φορές στις δέκα ο έμπορος που κράτησε τις υποχρεώσεις του δεν προσάγεται στο δικαστήριο. Σε αγορές με μεγάλη κυκλοφορία, όπως του Λονδίνου, και μόνο το γεγονός ότι κάποιος ανάγκασε τον πιστωτή του να καταφύγει στο νόμο αρκεί ώστε η συντριπτική πλειοψηφία των εμπόρων να αρνηθεί να έχει οποιαδήποτε συναλλαγή μαζί του.
Γιατί λοιπόν, μια μέθοδος που χρησιμοποιείται σήμερα μεταξύ συντρόφων στο εργοστάσιο, εμπόρους, και σιδηροδρομικές εταιρείες, να μην χρησιμοποιηθεί σε μια κοινωνία βασισμένη στην εθελοντική δουλειά;
Για παράδειγμα θεωρείστε μια ένωση [association] που συμφωνεί [stipulating] το ακόλουθο συμβόλαιο με το καθένα από τα μέλη της: ―"Αναλαμβάνουμε να σας παρέχουμε τη χρήση των σπιτιών μας, των καταστημάτων μας, των δρόμων μας, των μέσων μεταφοράς, των σχολείων μας, των μουσείων μας, κτλ., υπό την προϋπόθεση ότι, μεταξύ εικοσιπέντε και σαράντα πέντε ή πενήντα ετών, θα αφιερώνετε τέσσερις με πέντε ώρες καθημερινά σε κάποια δουλειά αναγνωρισμένη ως αναγκαία για την επιβίωση. Μπορείτε να επιλέξετε τις παραγωγικές ομάδες στις οποίες θα προσχωρήσετε, ή να ιδρύσετε μια νέα ομάδα, υπό την προϋπόθεση ότι θα αναλάβει την παραγωγή αναγκαίων προς την επιβίωση αγαθών. Όσον αφορά δε τον υπόλοιπο χρόνο σας είστε ελεύθερος να κάνετε όποιες παρέες θέλετε, για ψυχαγωγία, τέχνη, ή επιστήμη κατά την όρεξή σας.
"Χίλιες διακόσιες ή χίλιες πεντακόσιες ώρες δουλειάς το χρόνο, σε μια ομάδα που παράγει φαγητό, ρουχισμό, ή κατοικίες, ή στην δημόσια υγεία ή στη συγκοινωνία κτλ., αυτό είναι το μόνο που ζητάμε. Γι' αυτή τη δουλειά σας εγγυούμαστε όλα όσα παράγονται ή θα παραχθούν από τις ομάδες μας. Όμως αν καμιά από τις χιλιάδες ομάδες της συνομοσπονδίας μας δεν θα σας δεχτεί, για οποιοδήποτε λόγο, αν είστε απόλυτα{τελείως} ανίκανος να παράγετε οτιδήποτε χρήσιμο, ή αν αρνείστε να δουλέψετε, τότε ας ζήσετε ως ερημίτης ή ως ανάπηρος [invalid]. Αν είμαστε αρκετά πλούσιοι ώστε να μπορούμε να σας διαθέσουμε τα αναγκαία προς το ζην, θα το κάνουμε με ευχαρίστηση. Είστε άνθρωπος και συνεπώς έχετε το δικαίωμα να ζήσετε. Αλλά εφόσον ζητάτε να ζήσετε υπό ειδικές συνθήκες, και θέτετε εαυτόν εκτός κοινωνίας [leave the ranks, sortir des rangs], είναι πολύ πιθανόν ότι γι αυτόν το λόγο θα υποφέρετε καθημερινά στις συνδιαλάξεις σας με τους άλλους πολίτες. Θα θεωρείστε ένα φάντασμα, ένα κατάλοιπο της αστικής κοινωνίας[société bourgeoise], ― εκτός κι αν κάποιοι φίλοι σας θεωρούν ότι είστε ιδιοφυΐα, και αναλαμβάνοντας να σας απαλλάξουν από το χρέος σας προς την κοινωνία, κάνουν όλη τη δουλειά για σας.
"Τέλος, αν αυτό δεν σας ευχαριστεί, πηγαίνετε να βρείτε άλλες συνθήκες κάπου αλλού στον κόσμο. Ή ακόμα καλύτερα βρείτε οπαδούς στο δικό σας τρόπο ζωής και οργανώστε τους σύμφωνα με τις δικές σας αρχές. Εμείς προτιμάμε τις δικιές μας."
Να τι θα μπορούσε να γίνει, σε μια κομμουνιστική κοινωνία ώστε να διωχθούν οι λουφατζήδες αν πολυπληθύνουνε.
IV
Πολύ αμφιβάλω ότι χρειάζεται να ανησυχούμε για μια τέτοια περίσταση σε μια κοινωνία που πραγματικά βασίζεται στην ολική ελευθερία του ατόμου.
Στην πραγματικότητα, παρά την ασφαλιστική δικλίδα [premium, prime] εναντίον της αργίας [idleness,fainéantise] {Σ.τ.μ. ίσως να λέει "παρά το μπόνους στην αργία"} που προσφέρει η ιδιωτική κατοχή του κεφαλαίου, ο πραγματικά τεμπέλης άνθρωπος είναι μάλλον σπάνιο φαινόμενο, εκτός κι αν είναι άρρωστος.
Συχνά λέγετε, μεταξύ εργατών, ότι οι αστοί [bourgeois] είναι αργόσχολοι. Υπάρχουν πράγματι αρκετοί τέτοιοι αλλά και πάλι αποτελούν την εξαίρεση. Αντιθέτως σε κάθε βιομηχανική επιχείρηση, είναι σίγουρο ότι θα βρεθεί ένας ή περισσότεροι αστοί που δουλεύουν πολύ σκληρά. Είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι αστοί επωφελούνται της προνομιούχας θέσης τους, και αναλαμβάνουν{αναθέτουν στον εαυτό τους} τις λιγότερο δυσάρεστες ασχολίες κάτω από υγιεινές συνθήκες τροφής, αέρα, κτλ., πράγμα το οποίο τους επιτρέπει να διεκπερώνουν την εργασία τους χωρίς πολύ κούραση. Αλλά αυτές ακριβώς είναι οι συνθήκες που διεκδικούμε για όλους ανεξαιρέτως τους εργάτες. Πρέπει επίσης να πούμε ότι, χάρη στην προνομιακή τους θέση, οι πλούσιοι συχνά εξασκούν ανώφελα ή και κοινωνικά επιζήμια επαγγέλματα· εντούτοις αυτοκράτορες, υπουργοί, γενικοί διευθυντές [chefs de bureaux], διευθυντές εργοστασίων, έμποροι, τραπεζίτες, κτλ., υποβάλουν εαυτούς, για λίγες ώρες κάθε μέρα, σε εργασία που θεωρούν λίγο πολύ κουραστική ― όλοι τους προτιμάνε τις ώρες αναψυχής αντί γι αυτή την υποχρεωτική δουλειά. Και αν, εννιά φορές στις δέκα, αυτή η δουλειά είναι κρίσιμη{μοιραία}[funeste], αυτό δεν τους κάνει να τη θεωρούν λιγότερο κουραστική. Αλλά είναι ακριβώς επειδή οι αστοί [les bourgeois] έχουν καταβάλει μεγάλη προσπάθεια στο να κάνουν κακό (εν γνώσει τους ή όχι) και στην υπεράσπιση της προνομιούχας θέσης τους, που νίκησαν τους ευγενείς γαιοκτήμονες{φεουδάρχες}[landed nobility, noblesse foncière ] και που συνεχίζουν κυριαρχούν τη μάζα του λαού. Αν ήταν αργόσχολοι θα είχαν πάψει να υφίστανται προ πολλού, θα είχαν εκλείψει σαν τους αριστοκράτες[talons rouges].
Σε μια κοινωνία που θα απαιτούσε μόνο τέσσερις με πέντε ώρες χρήσιμης, ευχάριστης και υγιεινής (Σ.τ.μ. υπό υγιεινές συνθήκες) δουλειάς ημερησίως, θα εκτελούσαν το έργο τους τέλεια, και σίγουρα δεν θ' ανέχονταν - χωρίς να τις μεταρρυθμίσουν- τις φρικτές συνθήκες κάτω από τις οποίες οι εργάτες μοχθούν σήμερα. Αν ο Παστέρ περνούσε πέντε ώρες κάθε μέρα στους υπονόμους του Παρισιού, να είστε σίγουροι ότι θα 'βρισκε τον τρόπο να τους κάνει εξίσου υγιεινούς με το βιολογικό του εργαστήριο.
Όσο για την τεμπελιά της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργατών, μόνο οι οικονομολόγοι και οι φιλάνθρωποι συζητούν σε μάκρος επ' αυτής.
Συζητήστε με κάποιον έξυπνο βιομήχανο και θα σας πει ότι αν οι εργάτες το βάλουν πείσμα να είναι τεμπέληδες, όλα τα εργοστάσια θα 'πρεπε να κλείσουν, κανένα αυστηρό μέτρο, κανένα σύστημα κατασκοπείας (Σ.τ.μ. χαφιεδισμός) θα κατάφερνε τίποτα. Έπρεπε να δείτε τον τρόμο των εγγλέζων εργοδοτών όταν το 1887 ένα δυο ανακινητές [agitators] άρχισαν να κηρύττουν τη θεωρεία του πονηρά "κακή δουλειά για κακή πληρωμή, σιγά-σιγά μη ξεσκίζεστε στη δουλειά και χαραμίσετε όσο πιο πολύ υλικό μπορείτε". - "Διαφθείρουν τους εργάτες, θέλουν να δολοφονήσουν τη βιομηχανία!" φώναζαν αυτοί που προηγουμένως καταφέρονταν βιαίως εναντίον της ανηθικότητας των εργατών και της κακής ποιότητας της δουλειά τους. Μα αν ο εργάτης ήταν όπως τον παρουσιάζουν οι οικονομολόγοι -ένας τεμπέλης που πρέπει συνεχώς να απειλείται με απόλυση- τι νόημα θα είχε η λέξη "διαφθορά";
Έτσι, όταν μιλάμε για πιθανή τεμπελιά, καλό θα είναι να καταλάβουμε ότι μιλάμε για μια μικρή μειοψηφία μέσα στην κοινωνία. Και προτού νομοθετήσουμε γι αυτήν την μειονότητα δεν είναι επείγον να μελετήσουμε την προέλευσή της;
Ο οξυδερκής παρατηρητής ξέρει πολύ καλά ότι ο μαθητής που θεωρείται τεμπέλης στο σχολείο είναι συνήθως το παιδί που δεν καταλαβαίνει καλά αυτά που δεν του έχουν διδάξει καλά [qui comprend mal ce qu'on lui enseigne mal]. Συχνότατα δε, πάσχει από εγκεφαλική αναιμία [d'anémie cérébrale] που προκαλέσθηκε από την φτώχεια και την αντιυγειινή εκπαίδευση.
Το αγόρι που τεμπελιάζει στα (αρχαία) Ελληνικά και τα Λατινικά θα δούλευε ως είλωτας[comme un nègre] αν είχε μυηθεί στην επιστήμη δια μέσου της χειρονακτικής εργασίας. Το κορίτσι που παίρνει μηδέν στα μαθηματικά γίνετε η καλύτερη μαθηματικός της τάξης της όταν τυχαία συναντήσει κάποιον γνωρίζοντα και της εξηγήσει τα βασικά στοιχεία της αριθμητικής που δεν είχε καταλάβει. Και ο εργάτης, τεμπέλης στο εργοστάσιο, καλλιεργεί τον κήπο του κάθε πρωί, ενώ παρατηρεί τον ανατέλλοντα ήλιο, και κάθε βράδυ{εσπέρα} όταν όλη η φύση πάει για ύπνο.
Κάποιος είπε ότι η σκόνη είναι ύλη σε λάθος μέρος. Ο ίδιος ορισμός ισχύει για τα εννέα δέκατα αυτών που λέγονται τεμπέληδες. Είναι άνθρωποι που έχουν πλανηθεί σ'ένα δρόμο που δεν ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία τους και τις δυνατότητές τους. Διαβάζοντας τις βιογραφίες μεγάλων ανδρών, ξαφνιαζόμαστε με το μεγάλο βαθμό των "αργόσχολων" ανάμεσά τους. Ήταν τεμπέληδες προτού βρουν τον αληθινό τους προορισμό, και πολύ εργατικοί μετά που τον βρήκαν. Ο Δαρβίνος [Darwin], ο Στεφενσον [Stephenson], και πολλοί άλλοι ανήκουν σ' αυτήν την κατηγορία.
Πολύ συχνά ο τεμπέλης δεν είναι παρά κάποιος άνθρωπος που βρίσκει απωθητική την ιδέα να περάσει όλη του τη ζωή κατασκευάζοντας το ένα εικοστό μιας καρφίτσας, ή το ένα εκατοστό ενός ρολογιού, όταν νοιώθει να ξεχειλίζει από ενέργεια που θα μπορούσε να διοχετεύσει αλλού. Επίσης συχνά, είναι ένας επαναστάτης που δεν μπορεί να δεχτεί την καθήλωση του σ' ένα πάγκο εργασίας ώστε να συνεισφέρει στις χίλιες απολαύσεις του αφεντικού του, ενώ ξέρει ότι δεν είναι, κατά πολύ, ο πιο ηλίθιος από τους δυο τους, και ότι το μόνο του φταίξιμο είναι που γεννήθηκε σε μια καλύβα αντί για ένα κάστρο.
Τέλος, πολλοί από τους "τεμπέληδες" δεν είναι γνώστες της τέχνης που αναγκάζονται να εξασκούν για να βγάλουν το ψωμί τους. Βλέποντας τις ατέλειες αυτού που παράγουν τα χέρια τους, προσπαθώντας μάταια να βελτιωθούν και καταλαβαίνοντας ότι δεν θα τα καταφέρουν ποτέ λόγω των κακών συνήθειων δουλειάς [bad habits of work] που έχουν ήδη αποκτήσει, αρχίζουν να μισούν την τέχνη τους και πιο γενικά την εργασία. Χιλιάδες εργάτες και καλλιτέχνες υποφέρουν απ' αυτή την αιτία.
Από την άλλη μεριά όποιος από μικρός έχει μάθει να παίζει καλά το πιάνο η να δουλεύει καλά την πλάνη, τη σμίλη, τη βούρτσα ή τη λίμα, ώστε να θεωρεί αυτό που κάνει ωραίο, δεν παρατήσει ποτέ το πιάνο, τη σμίλη ή τη λίμα. Θα βρίσκει ευχαρίστηση στη δουλειά του η οποία δεν θα τον κουράζει ποτέ, φτάνει βέβαια να μην το παρακάνει.
Κάτω από τη γενική ονομασία τεμπελιά έχουν μαζευτεί μια σειρά από αποτελέσματα που οφείλονται σε διαφορετικές αιτίες, καθένα εκ των οποίων θα μπορούσε να είναι μια πηγή καλού αντί για πηγή κακού για την κοινωνία. Όπως συμβαίνει με όλα τα θέματα περί εγκληματικότητας και σχετικά με τις ανθρώπινες ικανότητες μια έχει μαζευτεί μια πληθώρα στοιχείων που δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Λένε τεμπελιά ή έγκλημα, χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να αναλύσουν τις αιτίες τους. Βιάζονται να τιμωρήσουν χωρίς να αναρωτιούνται μήπως η ίδια η τιμωρία δεν είναι εγγύηση για τεμπελιά ή έγκλημα[1]
Αυτός είναι ο λόγος που αν μια ελεύθερη κοινωνία έβλεπε τον αριθμό των αργόσχολων μεταξύ των πολιτών της να αυξάνεται, χωρίς αμφιβολία θα έψαχνε να βρει την αιτία της τεμπελιάς για να την καταστείλει, προτού προσφύγει στην τιμωρία. Όταν, όπως έχουμε ήδη αναφέρει είναι απλά μια περίπτωση αναιμίας, τότε "Προτού γεμίσετε το κεφάλι του παιδιού με επιστήμη, ταΐστε το σύστημά του να παράγει αρκετό αίμα, δυναμώστε το, και για να μην σπαταλά το χρόνο του πηγαίνετέ το στη εξοχή ή στην ακρογιαλιά κι εκεί στον καθαρό αέρα διδάξτε το--όχι με βιβλία--γεωμετρία, μετρώντας την απόσταση μέχρι τα βράχια ή το ύψος ενός δέντρου· φυσική ιστορία μαζεύοντας λουλούδια ή ψαρεύοντας στη θάλασσα· φυσικές επιστήμες, κατασκευάζοντας μια βάρκα να πάτε για ψάρεμα. Αλλά, στο όνομα της χάρης, μη γεμίζετε το μυαλό του με προτάσεις και νεκρές γλώσσες. Μην το κάνετε τεμπέλη!"
Αυτό το παιδί δεν έχει τάξη ή τακτικές συνήθειες [n'a pas des habitudes d'ordre et de régularité]. Αφήστε τα παιδιά να εμφυσήσουν[inculcate, inculquer] τάξη αναμεταξύ τους. Αργότερα, στο εργαστήριο, στο εργοστάσιο, με δουλειά σε περιορισμένους χώρους εργασίας με πολλά εργαλεία τριγύρω, θα τους διδάξει μεθοδικότητα. Αλλά μη τα κάνετε ακατάστατα με τα σχολεία σας, όπου η μόνη τάξη είναι η συμμετρική διάταξη των θρανίων, και που-αληθινή αντανάκλαση του χάους στη διδασκαλία-ποτέ δεν δεν πρόκειται να εμπνεύσουν σε κανέναν την αγάπη της αρμονίας, της συνέπειας και της μεθόδου στην εργασία.
Δεν βλέπετε ότι με τη μέθοδο διδασκαλίας σας, αναπτυγμένες από ένα υπουργείο για οκτώ εκατομμύρια μαθητές, που αντιπρωπεύουν οκτώ εκατομμύρια διαφορετικές δυνατότητες, το μόνο που κάνετε είναι να επιβάλετε ένα σύστημα κατάλληλο για μετριότητες και σχεδιασμένο από ένα μέσο όρο μετριοτήτων; Το σχολείο σας γίνετε ένα πανεπιστήμιο τεμπελιάς, όπως και η φυλακή σας είναι ένα πανεπιστήμιο εγκλήματος. Κάντε τα σχολεία σας ελεύθερα, καταργήστε την πανεπιστημιακή βαθμολογία, κάντε έκκληση σε εθελοντές διδάσκοντες· αρχίστε έτσι αντί να φτιάχνετε νόμους κατά της τεμπελιάς που το μόνο που καταφέρνουν είναι να την αυξάνουν.
Δώστε την ευκαιρία στον εργάτη που είναι αναγκασμένος να παράγει ένα μικροσκοπικό κομμάτι κάποιου προϊόντος, που είναι αγκυλωμένος μπροστά σε μια μηχανή και που καταλήγει να τη μισεί, δώστε του την ευκαιρία να γυρίσει τη γη, να κόψει δέντρα στο δάσος, να σχίσει τη θάλασσα κόντρα στον καιρό, ή να πάει στο διάστημα με μια μηχανή, αλλά μην τον κάνετε τεμπέλη με το να τον αναγκάζεται να περάσει όλη του τη ζωή παρακολουθώντας μια μηχανή, να βιδώνει μια βίδα ή να περνάει κλωστή στο μάτι μιας βελόνας.
Καταπνίξτε την αιτία της τεμπελιάς, και να είστε σίγουροι ότι πολύ λίγα άτομα θα μισούν τη δουλειά, ειδικά την εθελοντική εργασία, και ότι δεν θα υπάρχει ανάγκη να φτιάξετε ένα οπλοστάσιο από νόμους για χάρη τους.

Η Κατάκτηση του ψωμιού - Κεφάλαιο 11: Ελεύθερη συμφωνία


Κεφάλαιο 11: Ελεύθερη συμφωνία


Ι
Έτσι συνηθισμένοι που είμαστε, από [τις] κληρονομικές [μας] προκαταλήψεις και μια εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση απολύτως λανθασμένες, να μην βλέπουμε παντού παρά μόνο κυβέρνηση, νομοθεσία και δικαστήρια, καταντάμε να πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι θα αλληλοσπαραζόμαστε σαν θηρία την ημέρα που ο αστυνομικός δεν θα είχε πια τα μάτια του στραμμένα επάνω μας, ότι θα ερχόταν το χάος εάν η εξουσία χανόταν σε κάποιον κατακλυσμό. Και περνάμε, χωρίς να το αντιληφθούμε, δίπλα από χιλιάδες και χιλιάδες ανθρώπινες συναθροίσεις [groupements] που δημιουργούνται ελεύθερα, χωρίς καμία παρέμβαση του νόμου, και οι οποίες κατορθώνουν να πραγματοποιούν έργα απείρως ανώτερα από εκείνα που δημιουργούνται υπό την κυβερνητική κηδεμονία.
Ανοίξτε μια ημερήσια εφημερίδα. Οι σελίδες της στο σύνολό τους είναι αφιερωμένες στις πράξεις των κυβερνήσεων, στις πολιτικές σκευωρίες. Διαβάζοντάς την, ένα Κινέζος θα πίστευε ότι στην Ευρώπη τίποτε δεν γίνεται χωρίς τη διαταγή κάποιου αφέντη. Βρείτε ο,τιδήποτε για τους θεσμούς που γεννιούνται, επεκτείνονται και αναπτύσσονται χωρίς υπουργικές διατάξεις! Τίποτε ή σχεδόν τίποτε! Και αν ακόμη υπάρχει μια στήλη με "Διάφορα γεγονότα", είναι επειδή αυτά συνδέονται με την αστυνομία. Ένα οικογενειακό δράμα, μια πράξη εξέγερσης δεν θα αναφερθούν παρά μόνο αν εμφανιστούν οι αστυφύλακες [sergents de ville].
Τριακόσια πενήντα εκατομμύρια Ευρωπαίοι αγαπούν ή μισούν ο ένας τον άλλο, εργάζονται, ή ζουν από τα εισοδήματά τους, υποφέρουν ή ευχαριστιούνται. Αλλά, η ζωή τους, οι πράξεις τους (με εξαίρεση τη λογοτεχνία, το θέατρο και τον αθλητισμό), όλα παραμένουν αγνοημένα από τις εφημερίδες, εάν οι κυβερνήσεις δεν παρέμβουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
Το ίδιο συμβαίνει και με την ιστορία. Γνωρίζουμε και τις πιο μικρές λεπτομέρειες της ζωής ενός βασιλιά ή ενός κοινοβουλίου ? διατηρήθηκαν για μας όλα τα λόγια, καλά και άσχημα, που ειπώθηκαν μέσα στις φλυαρίες, "που ποτέ δεν επηρέασαν την ψήφο έστω ενός μέλους", όπως έλεγε ένας παλιός βουλευτής. Οι επισκέψεις των βασιλιάδων, η καλή ή κακή διάθεση του πολιτικού, τα αστεία του και οι δολοπλοκίες του, όλα αυτά διατηρούνται με φροντίδα για τους μεταγενέστερους. Αλλά υποφέρουμε τα πάνδεινα [toutes les peines du monde] για να ανασυνθέσουμε τη ζωή μιας πόλης του Μεσαίωνα, να γνωρίσουμε το μηχανισμό εκείνου του εκτεταμένου ανταλλακτικού εμπορίου που λάμβανε χώρα στις εμπορικές πόλεις [villes hanséatiques], ή, ακόμη, να μάθουμε πώς η πόλη της Ρουέν έχτισε τον καθεδρικό της. Αν κάποιος σοφός πέρασε τη ζωή του μελετώντας, τα έργα του παραμένουν άγνωστα και οι "κοινοβουλευτικές ιστορίες", δηλαδή οι ψεύτικες, αφού δεν μιλούν παρά για μια μόνο πλευρά της ζωής των κοινωνιών, πολλαπλασιάζονται, διαδίδονται, διδάσκονται στα σχολεία.
Και εμείς, δεν αντιλαμβανόμαστε ούτε το θαυμάσιο έργο που δημιουργεί κάθε μέρα την τυχαία συνάθροιση των ανθρώπων, και το οποίο αποτελεί το κύριο έργο [oeuvre capitale] του αιώνα μας.
Για αυτό εμείς προτείνουμε να αναδείξουμε μερικές από αυτές τις εκδηλώσεις τις πιο εντυπωσιακές, και να δείξουμε ότι οι άνθρωποι - αφού τα συμφέροντά τους δεν είναι απολύτως αντιτιθέμενα ? συνεννοούνται θαυμάσια για να ενεργήσουν από κοινού σε πολύ περίπλοκα ζητήματα.
Είναι εντελώς προφανές ότι στην παρούσα κοινωνία, η οποία βασίζεται στην ιδιοκτησία, δηλαδή στην απογύμνωση [spoliation] και στον όχι ευφυή, επομένως ηλίθιο, ατομικισμό, τα γεγονότα αυτού του είδους είναι κατ’ ανάγκη περιορισμένα. Η συνεννόηση δεν είναι πάντα τελείως ελεύθερη και λειτουργεί συχνά για έναν ευτελή, αν όχι βδελυρό σκοπό.
Όμως, αυτό που έχει σημασία για μας, δεν είναι να βρούμε παραδείγματα για να τα μιμηθούμε τυφλά και στο εξής η παρούσα κοινωνία να μην ξέρει να μας προσφέρει. Αυτό που χρειαζόμαστε, είναι να δείξουμε ότι, παρά τον αυταρχικό ατομικισμό που μας πνίγει, υπάρχει πάντοτε μέσα στο σύνολο της ζωής μας ένα πολύ μεγάλο μέρος όπου δεν ενεργούμε παρά μόνο με ελεύθερη συνεννόηση ? και ότι είναι πολύ πιο εύκολο από το να σκεφτούμε να αποφεύγουμε την κυβέρνηση [qu'on ne pense de se passer de gouvernement].
Προς υποστήριξη της θέσης μας, έχουμε ήδη αναφέρει τους σιδηροδρόμους και πρόκειται να αναφερθούμε σε αυτούς για άλλη μια φορά.
Γνωρίζουμε ότι η Ευρώπη έχει ένα δίκτυο σιδηροδρομικών γραμμών 280.000 χιλιομέτρων, και ότι πάνω σε αυτό το δίκτυο μπορούμε να κυκλοφορούμε σήμερα ? από το βορρά στο νότο, από το βράδυ ως το πρωί, από τη Μαδρίτη στην [Αγία] Πετρούπολη [Pétersbourg] και από το Καλαί στην Κωνσταντινούπολη, - χωρίς να ταλαιπωρούμαστε με στάσεις, χωρίς καν να αλλάζουμε βαγόνι (όταν ταξειδεύουμε με ταχεία). Ακόμη καλύτερο παράδειγμα: ένα δέμα σε ένα σταθμό θα πάει να βρει τον παραλήπτη οπουδήποτε, στην Τουρκία ή στην Κεντρική Ασία, χωρίς κάποιαν άλλη διατύπωση για τον αποστολέα από το να γράψει το μέρος του προορισμού σε ένα κομμάτι χαρτί.
Αυτό το αποτέλεσμα μπορούσε να επιτευχθεί με δύο τρόπους. Είτε ένας Ναπολέων, ένα Μπίσμαρκ, ένας οποιοσδήποτε δυνάστης θα είχε κατακτήσει την Ευρώπη και από το Παρίσι, το Βερολίνο ή τη Ρώμη θα είχε χαράξει πάνω σε ένα χάρτη της κατευθύνσεις των σιδηροδρομικών γραμμών και θα είχε καθορίσει την πορεία των τραίνων. Ο ηλίθιος εστεμμένος, ο Νικόλαος ο Α΄ ονειρεύτηκε να ενεργήσει έτσι. Όταν του παρουσίασαν τα σχέδια των σιδηροδρόμων μεταξύ Μόσχας και Πετρούπολης, πήρε ένα χάρακα και χάραξε πάνω στο χάρτη της Ρωσίας μια ευθεία γραμμή μεταξύ των δύο της πρωτευουσών λέγοντας: "Ορίστε η γραμμή." Και ο σιδηρόδρομος έγινε σε ευθεία γραμμή, περιλαμβάνοντας βαθιές χαράδρες, υψώνοντας ιλιγγιώδη γεφύρια που χρειάστηκε να τα εγκαταλείψουν σε λίγα χρόνια, αφού κόστιζαν κατά μέσο όρο δύο με τρία εκατομμύρια ανά χιλιόμετρο.
Ορίστε μια από τις λύσεις, αλλά αλλού τα καταφέρνουν αλλιώς. Οι σιδηρόδρομοι κατασκευάστηκαν σε τμήματα. Τα τμήματα ενώθηκαν μεταξύ τους. Και μετά, οι εκατό διαφορετικές εταιρείες στις οποίες ανήκαν αυτά τα τμήματα επιχείρησαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους για να συντονιστούν τα τραίνα τους στην άφιξη και στην αναχώρηση, για να κυλήσουν επάνω στις γραμμές τους βαγόνια κάθε προέλευσης, χωρίς να ξεφορτώνουν τα εμπορεύματα περνώντας από το ένα δίκτυο στο άλλο.
Όλα αυτά έγιναν με την ελεύθερη συνεννόηση, με την ανταλλαγή επιστολών και προτάσεων, με συνέδρια όπου οι απεσταλμένοι έρχονταν να συζητήσουν ένα συγκεκριμένο ζήτημα ? όχι για να νομοθετήσουν ? και μετά τα συνέδρια οι απεσταλμένοι επέστρεφαν στις εταιρείες τους όχι με ένα νόμο, αλλά με ένα σχέδιο συμβολαίου να το επικυρώσουν ή να το απορρίψουν.
Βεβαίως, υπήρξαν προβλήματα. Ασφαλώς, υπήρξαν ξεροκέφαλοι που δεν ήθελαν να πεισθούν. Αλλά, το κοινό συμφέρον κατέληξε να συντονίσει όλον τον κόσμο χωρίς να χρειαστεί να καλέσουν στρατεύματα εναντίον των δυστρόπων.
Αυτό το τεράστιο δίκτυο σιδηροδρόμων που συνδέονται μεταξύ τους, και αυτή η καταπληκτική κυκλοφορία την οποία επιτρέπουν, αποτελούν αναμφίβολα το πιο εντυπωσιακό γεγονός [trait] του αιώνα μας. Και οφείλονται στην ελεύθερη συνεννόηση. Αν κάποιος το είχε προβλέψει και το είχε προφητεύσει, πριν πενήντα χρόνια, οι παππούδες μας θα τον είχαν θεωρήσει τρελό ή ηλίθιο. Θα είχαν φωνάξει: "Ποτέ δεν θα καταφέρετε να συνεννοηθούν με λογική εκατό εταιρείες μετόχων! Είναι μια ουτοπία, ένα παραμύθι αυτά που μας λέτε εδώ πέρα. Μια κεντρική κυβέρνηση με ένα δυναμικό διευθυντή [directeur à poigne] θα μπορούσε μόνο να το επιβάλει."
Ε, λοιπόν, αυτό που είναι το πιο ενδιαφέρον μέσα σε αυτήν την οργάνωση είναι ότι δεν υπάρχει καμιά κεντρική ευρωπαϊκή κυβέρνηση σιδηροδρόμων! Καμιά! Ούτε δείγμα από υπουργό σιδηροδρόμων, δικτάτορα, ούτε καν ένα κοινοβούλιο για την ήπειρο, ούτε καν μια διευθύνουσα επιτροπή! Όλα γίνονται με συμβόλαια.
Και ρωτάμε τον κρατιστή που υποστηρίζει ότι " ποτέ δεν θα μπορέσουμε να ξεπεράσουμε την κεντρική κυβέρνηση, έστω και για να κανονίζουμε την κυκλοφορία", τον ρωτάμε:
" Μα πώς μπορούν και την ξεπερνούν οι σιδηρόδρομοι της Ευρώπης; Πώς κατορθώνουν ώστε να ταξειδεύουν χιλιάδες ταξειδιώτες και βουνά εμπορευμάτων διασχίζοντας ολόκληρη ήπειρο; Αν οι εταιρείες που έχουν ιδιοκτησία τους τους σιδηροδρόμους, μπορούν να συνεννοούνται μεταξύ τους, γιατί οι εργάτες που θα έθεταν στην κατοχή τους της σιδηροδρομικές γραμμές δεν θα συντονίζονταν με τον ίδιο τρόπο; Και αν η εταιρεία της γραμμής Πετρούπολη-Βαρσοβία και εκείνη της γραμμής Παρίσι-Μπελφόρ μπορούν να ενεργούν μαζί χωρίς να δώσουν στον εαυτό τους την πολυτέλεια ενός διοικητή για τη μια ή για την άλλη [γραμμή], γιατί στους κόλπους των κοινωνιών μας, που καθεμιά τους αποτελείται από μια ομάδα ελεύθερων εργατών, θα είχαν την ανάγκη μιας κυβέρνησης; "
II
Αφού προσπαθούμε να δείξουμε με παραδείγματα ότι ακόμη και σήμερα, παρά την υπερβολική αδικία που πρωτοστατεί στην οργάνωση της σύγχρονης κοινωνίας, οι άνθρωποι, δεδομένου ότι τα συμφέροντά τους δεν είναι διαμετρικώς αντίθετα, γνωρίζουν πολύ καλά να συμφωνούν μεταξύ τους χωρίς την παρέμβαση της εξουσίας [autorité], δεν αγνοούμε τις αντιρρήσεις που κάποιοι θα μας απευθύνουν.
Τα παραδείγματα αυτά έχουν τη δική τους ελαττωματική πλευρά, διότι είναι αδύνατο να βρεις έστω και μια οργάνωση [organisation] που να αποτελεί εξαίρεση στην εκμετάλλευση του αδυνάτου από τον ισχυρό, του φτωχού από τον πλούσιο. Γι’ αυτό οι κρατιστές δεν θα παραλείψουν βέβαια να μας πουν με τη λογική που τους διακρίνει: " Βλέπετε καθαρά ότι η παρέμβαση του Κράτους είναι αναγκαία για να βάλουμε ένα τέλος σε αυτή την εκμετάλλευση! ".
Μόνο που, λησμονώντας τα μαθήματα της ιστορίας, δεν θα μας πουν ως ποιο σημείο συνέβαλε το ίδιο το Κράτος στο να επιδεινώσουν αυτή την κατάσταση των πραγμάτων, δημιουργώντας το προλεταριάτο και παραδίδοντάς το στους εκμεταλλευτές. Και θα ξεχάσουν επίσης, να μας πουν, άν είναι δυνατό να σταματήσουμε την εκμετάλλευση ενόσω οι πρωταρχικές της αιτίες ? το Κεφάλαιο και η φτώχεια, δημιουργούμενη τεχνητά κατά τα δυο τρίτα από το Κράτος ? θα εξακολουθούν να υπάρχουν.
Αναφορικά με την πλήρη συμφωνία μεταξύ των σιδηροδρομικών εταιρειών, προβλέπεται ότι θα μας πουν: " Δεν βλέπετε λοιπόν, πώς οι σιδηροδρομικές εταιρείες πιέζουν και κακομεταχειρίζονται τους εργαζομένους τους και τους ταξειδιώτες! Είναι ανάγκη να παρεμβαίνει το Κράτος για να προστατεύει το λαό! "
Όμως, έχουμε πει και επαναλάβει τόσες φορές ότι, για όσον καιρό θα υπάρχουν καπιταλιστές, αυτές οι αυθαιρεσίες της εξουσίας θα διαιωνίζονται. Είναι ακριβώς το Κράτος ? ο υποτιθέμενος ευεργέτης ? που έχει δώσει στις εταιρείες αυτήν την τρομερή δύναμη που διαθέτουν σήμερα. Αυτό δεν έχει δημιουργήσει τις παραχωρήσεις[1], τις εγγυήσεις; Δεν έστειλε [το Κράτος] τα στρατεύματά του εναντίον των εργαζομένων στους σιδηροδρόμους που απεργούσαν; Και, στην αρχή (αυτό το βλέπουμε ακόμη στη Ρωσία), δεν επέκτεινε τα προνόμια μέχρι του σημείου να απαγορεύσει στον Τύπο να αναφέρει τα σιδηροδρομικά ατυχήματα για να μην πέσει η τιμή των μετοχών για τις οποίες ήταν εγγυητής [το Κράτος]; Στην πραγματικότητα, δεν έχει ευνοήσει το μονοπώλιο που έχρισε τους Βάντερμπιλτ [Vanderbilt] όπως και τους Πολυακώφ [Polyakoff], τους διευθυντές της P. L. M. και αυτούς της Gothard[2], " Βασιλείς της εποχής μας" ;
Επομένως, αν δίνουμε ως παράδειγμα την συνεννόηση που δημιουργείται σιωπηλά μεταξύ των σιδηροδρομικών γραμμών, δεν είναι ως μια ιδανική οικονομική διαχείριση, ούτε καν ως μια ιδανική τεχνική οργάνωση. Είναι για να δείξουμε ότι, αν οι καπιταλιστές, χωρίς άλλο σκοπό από αυτόν του να αυξήσουν τα εισοδήματά τους σε βάρος όλου του κόσμου, μπορούν να φτάσουν να εκμεταλλεύονται τις σιδηροδρομικές γραμμές χωρίς να ιδρύσουν για αυτό το λόγο ένα διεθνές γραφείο, οι ενώσεις των εργατών θα το καταφέρουν το ίδιο καλά, και ακόμη καλύτερα, χωρίς να διορίσουν υπουργό ευρωπαϊκών σιδηροδρόμων.
Μια άλλη αντίρρηση παρουσιάζεται, φαινομενικά πιο σοβαρή. Θα μπορούσαν να μας πουν ότι η συνεννόηση για την οποία μας μιλούν, δεν είναι καθόλου ελεύθερη[3]: ότι οι μεγάλες εταιρείες δημιουργούν το νόμο για τις μικρές [εταιρείες]. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, για παράδειγμα, μια πλούσια εταιρεία που υποχρεώνει του ταξειδιώτες που πηγαίνουν από το Βερολίνο στη Μπάλ [Bâle], να περνούν από την Κολονία και τη Φρανκφούρτη, αντί να ακολουθήσουν το δρόμο της Λειψίας, μια άλλη που βάζει τα εμπορεύματα να μεταφέρονται σε κύκλους εκατό και διακοσίων χιλιομέτρων (με μακρινές διαδρομές) για να ευνοήσει ισχυρούς μετόχους [της], και τέλος, μια άλλη που καταστρέφει τις δευτερεύουσες γραμμές[4]. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ταξειδιώτες και εμπορεύματα υποχρεώνονται μερικές φορές να ακολουθήσουν απίθανες διαδρομές, ώστε να συσσωρεύονται τα δολλάρια στην τσέπη του Βάντερμπιλτ [Vanderbilt].
Η απάντησή μας θα είναι η ίδια. Όσο θα υπάρχει το Κεφάλαιο, το μεγάλο Κεφάλαιο [gros Capital] θα μπορεί πάντοτε να καταπιέζει [opprimer ] το μικρό [petit]. Όμως, η καταπίεση δεν απορρέει μόνο από το κεφάλαιο. Είναι κυρίως χάρη στην υποστήριξη του Κράτους, στο μονοπώλιο που δημιουργείται από το Κράτος για χάρη τους, που ορισμένες μεγάλες εταιρείες καταπιέζουν τις μικρές.
Ο Μαρξ έδειξε πολύ καλά πώς η αγγλική νομοθεσία έκανε τα πάντα για να καταστρέψει τη μικρή βιοτεχνία, για να βυθίσει τον αγρότη στη φτώχεια και να παραδώσει στους μεγαλοβιομήχανους στρατιές ξυπόλητων, που αναγκάζονται να εργάζονται για οποιοδήποτε μεροκάματο. Συμβαίνει ακριβώς το ίδιο με την νομοθεσία που αφορά στους σιδηροδρόμους. Γραμμές στρατηγικής σημασίας [Lignes stratégiques], γραμμές που επιχορηγούνται, γραμμές που απολαμβάνουν το μονοπώλιο του διεθνούς ταχυδρομείου, όλα μπήκαν στο παιχνίδι υπέρ των συμφερόντων των σπουδαίων του χρήματος [gros bonnets de la finance]. Αφότου ο Ρότσιλντ [Rothschild] ? δανειστής όλων των ευρωπαϊκών Κρατών ? δεσμεύει το κεφάλαιό του σε αυτόν τον σιδηρόδρομο, οι πιστοί του υπήκοοι [ses fidèles sujets], οι υπουργοί, θα κανονίσουν για να κερδίσει αυτός [το] επιπλέον.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες ? αυτή τη δημοκρατία που οι αυταρχικοί μας δίνουν μερικές φορές ως παράδειγμα - η πιο σκανδαλώδης απάτη είναι αναμεμειγμένη σε όλα αυτά που αφορούν στους σιδηροδρόμους. Αν μια εταιρεία σκοτώνει [tue] τους ανταγωνιστές της με μια πολύ χαμηλή τιμή, είναι επειδή αυτή εξοφλείται από άλλη μεριά στη γη που το Κράτος, μέσω δωροδοκιών [pots de vin], της έχει παραχωρήσει. Τα προσφάτως δημοσιευμένα έγγραφα για το αμερικανικό σιτάρι μας έδειξαν το ρόλο του Κράτους σε αυτή την εκμετάλλευση του αδυνάτου από τον ισχυρό.
Ακόμη και εδώ, το Κράτος έχει δεκαπλασιάσει [και] εκατονταπλασιάσει τη δύναμη του μεγάλου κεφαλαίου [gros capital]. Και, αφού βλέπουμε τα συνδικάτα των σιδηροδρομικών εταιρειών (ένα ακόμη προϊόν της ελεύθερης συνεννόησης) να επιτυγχάνουν μερικές φορές να προστατεύουν τις μικρές εταιρείες απέναντι στις μεγάλες, δεν έχουμε παρά να εκπλαγούμε με την εσωτερική δύναμη της ελεύθερης συμφωνίας, παρά την παντοδυναμία του μεγάλου κεφαλαίου που σιγοντάρεται.[5] [secondé] από το Κράτος.
Στην πραγματικότητα, οι μικρές εταιρείες ζουν [vivent], παρά την μεροληψία του Κράτους, και αν στην Γαλλία ? χώρα του συγκεντρωτισμού - δεν βλέπουμε παρά μόνο πέντε ή έξι μεγάλες εταιρείες, μετράμε περισσότερες από 110 στη Μεγάλη Βρετανία, που συνεννοούνται θαυμάσια και, σίγουρα, είναι καλύτερα οργανωμένες από τους γαλλικούς και γερμανικούς σιδηροδρόμους για τη γρήγορη μεταφορά των εμπορευμάτων και των ταξειδιωτών.
Εξάλλου, το ζήτημα δεν είναι αυτό. Το μεγάλο κεφάλαιο [gros capital], ευνοημένο από το Κράτος, μπορεί πάντοτε, εάν βρίσκει πλεονέκτημα***σε αυτό, να συντρίβει το μικρό [κεφάλαιο]. Αυτό που μας απασχολεί, είναι το εξής: η συνεννόηση μεταξύ των εκατοντάδων εταιρειών στις οποίες ανήκουν οι σιδηρόδρομοι της Ευρώπης δημιουργήθηκε με άμεσο τρόπο [directement], χωρίς παρέμβαση μιας κεντρικής κυβέρνησης[3], που δημιουργεί νόμο για τις διάφορες εταιρείες. Διατηρείται μέσω συνεδρίων, που απαρτίζονται από απεσταλμένους οι οποίοι συζητούν και υποβάλλουν στους εντολείς τους σχέδια[3] , όχι νόμους[3]. Είναι μια νέα αρχή [principe], που διαφέρει εντελώς από την κυβερνητική, μοναρχική ή δημοκρατική [républicain] αρχή, απόλυτη ή κοινοβουλευτική. Είναι ένας νεωτερισμός που εισάγεται, ακόμη διστακτικά [timidement], στα ήθη της Ευρώπης, αλλά ο οποίος έχει το μέλλον δικό του.
III
Πόσες φορές δεν έχουμε διαβάσει στα γραπτά των σοσιαλιστών-κρατιστών αναφωνήσεις του εξής είδους: " Και ποιος λοιπόν, θα επιφορτιστεί στη μέλλουσα κοινωνία να κανονίζει την κυκλοφορία στα κανάλια; Αν περνούσε από το μυαλό ενός από τους "συντρόφους"[2] σας αναρχικούς να βάλει τη βάρκα του στο μέσο ενός καναλιού και να κλείσει το δρόμο σε χιλιάδες πλοία ? ποιος λοιπόν θα τον συνέφερε στα λογικά του [le mettrait à la raison]; "
Παραδεχόμαστε ότι η υπόθεση είναι λίγο φανταστική. Αλλά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε: " Και αν, για παράδειγμα, η τάδε κομμούνα ή η τάδε ομάδα ήθελαν να περάσουν οι βάρκες τους πριν τις άλλες, θα έφραζαν το κανάλι για να μεταφέρουν, ίσως, πέτρες, ενώ το σιτάρι που προορίζεται για μια άλλη κομμούνα θα παρέμενε στην αναμονή. -- Ποιος λοιπόν θα κανόνιζε την πορεία των πλοίων, αν δεν πρόκειται για την κυβέρνηση; "
Ε, λοιπόν, η αληθινή ζωή έχει επίσης δείξει ότι μπορούμε πολύ καλά να αποφύγουμε την κυβέρνηση, σε αυτήν την περίπτωση, όπως και σε άλλες. Η ελεύθερη συνεννόηση, η ελεύθερη οργάνωση αντικαθιστούν αυτόν τον πολυέξοδο και ενοχλητικό μηχανισμό και τα καταφέρνουν καλύτερα.
Γνωρίζουμε τι σημαίνουν τα κανάλια για την Ολλανδία, είναι οι δρόμοι της. Γνωρίζουμε επίσης ότι η κυκλοφορία γίνεται σε αυτά τα κανάλια. Αυτό που στη χώρα μας το μεταφέρουμε σε λιθόστρωτο δρόμο ή σιδηρόδρομο, στην Ολλανδία μεταφέρεται διαμέσου των καναλιών. Εκεί είναι που θα μπορούσαμε να χτυπιόμαστε για να περάσουν τα πλοία μας πριν από τα άλλα. Εκεί είναι που η κυβέρνηση θα έπρεπε να παρεμβαίνει για να βάζει τάξη στην κυκλοφορία!
Ε, λοιπόν, όχι. Πιο πρακτικοί οι Ολλανδοί, εδώ και πολύ καιρό, ήξεραν να τακτοποιήσουν τις δουλειές τους διαφορετικά, δημιουργώντας ένα είδος συνεταιρισμών, [δηλαδή] συνδικάτα βαρκάρηδων. Επρόκειτο για ελεύθερες συνενώσεις, που ανέκυψαν από τις ίδιες τις ανάγκες της ναυσιπλοΐας. Το πέρασμα των πλοίων γινόταν ακολουθώντας μια συγκεκριμένη σειρά εγγραφής. Όλοι διαδέχονταν ο ένας τον άλλο εναλλάξ. Κανείς δεν μπορούσε να περάσει μπροστά από τους άλλους, με ποινή αποκλεισμού από το συνδικάτο. Κανείς δεν στάθμευε περισσότερο από συγκεκριμένο αριθμό ημερών στα λιμάνια φόρτωσης, και, αν δεν εύρισκε εμπορεύματα να πάρει κατά το χρονικό αυτό διάστημα, τόσο το χειρότερο για εκείνον, έφευγε άδειος, αλλά άφηνε τη θέση του στους νέο-αφιχθέντες. Ο αποκλεισμός [του λιμανιού] είχε έτσι αποφευχθεί, ακόμη και αν ο ανταγωνισμός των επιχειρηματιών ? συνέπεια της ατομικής ιδιοκτησίας ? ήταν άθικτος. Καταργείστε αυτόν εδώ, και η συνεννόηση θα γίνει ακόμη πιο εγκάρδια, πιο ισότιμη για όλους.
Δεν χρειάζεται να πούμε ότι ο ιδιοκτήτης κάθε πλοίου μπορούσε να προσχωρήσει ή όχι στο συνδικάτο. Αυτό ήταν δικό του θέμα, αλλά οι περισσότεροι προτιμούσαν να συμμετέχουν. Τα συνδικάτα προσφέρουν, εξάλλου, τόσο μεγάλα πλεονεκτήματα, ώστε έχουν εξαπλωθεί στο Ρήνο, στον [ποταμό] Βέζερ, στον [ποταμό] Όντερ, μέχρι το Βερολίνο. Οι βαρκάρηδες-καραβοκύρηδες δεν περίμεναν τον μεγάλο Μπίσμαρκ να κάνει την προσάρτηση της Ολλανδίας στη Γερμανία, την οποία ονομάζει " Ober-Haupt-General-Staats-Canal-Navigations-Rath " μαζί με πολλά γαλόνια που αντιστοιχούν στο μήκος του τίτλου της. Προτίμησαν να συνεννοηθούν σε διεθνές επίπεδο. Πολύ περισσότερο από αυτό: ένας αριθμός ιστιοφόρων που κάνουν το δρομολόγιο μεταξύ των γερμανικών λιμανιών και εκείνων της Σκανδιναβίας, όπως και της Ρωσίας, προσχώρησαν επίσης σε αυτά τα συνδικάτα, με σκοπό να κανονίζουν την κυκλοφορία στη Βαλτική και να εναρμονίσουν κάπως το μπέρδεμα [chassé-croisé] των πλεουμένων. Προκύπτοντας ελεύθερα, συγκεντρώνοντας τα μέλη τους εθελοντικά, αυτές οι ενώσεις δεν έχουν καμία σχέση με τις κυβερνήσεις.
Μπορεί, είναι πολύ πιθανό σε κάθε περίπτωση, ότι και σε αυτήν την περίπτωση το μεγάλο κεφάλαιο [grand capital] να καταπιέζει το μικρό. Μπορεί επίσης, το συνδικάτο να έχει τάσεις να αναδειχθεί σε μονοπώλιο - ιδίως με την πολύτιμη κηδεμονία του Κράτους, που δεν θα χάσει [ευκαιρία] να αναμειχθεί. Μόνο που, ας μην λησμονούμε ότι αυτά τα συνδικάτα αντιπροσωπεύουν μια συνένωση της οποίας τα μέλη δεν έχουν παρά μόνο προσωπικά συμφέροντα. Αλλά και ότι, αν κάθε εφοπλιστής αναγκαζόταν, με την κοινωνικοποίηση [socialisation] της παραγωγής, της κατανάλωσης και της συναλλαγής, να συμμετέχει ταυτόχρονα σε εκατό άλλες συνενώσεις απαραίτητες για την ικανοποίηση των αναγκών του, τα πράγματα θα άλλαζαν όψη. Ισχυρή στο νερό, η ομάδα των βαρκάρηδων θα αισθανόταν ανίσχυρη στην στερεή γη και θα περιόριζαν τις απαιτήσεις τους για να συνεννοηθούν με τους σιδηροδρόμους, τους βιοτέχνες και όλες τις άλλες συλλογικότητες [groupements].
Σε κάθε περίπτωση, χωρίς να μιλάμε για το μέλλον, ιδού ακόμη μια αυθόρμητη συνένωση που μπόρεσε να αποφύγει την κυβέρνηση. Ας περάσουμε σε άλλα παραδείγματα.
Αφού μιλάμε για πλεούμενα και πλοία, ας αναφέρουμε μια από τις ωραιότερες οργανώσεις που προέκυψαν στον αιώνα μας ? μια από αυτές για τις οποίες μπορούμε δικαίως να παινευτούμε. Είναι η αγγλική Ένωση διάσωσης (Lifeboat Association).
Ξέρουμε ότι κάθε χρόνο περισσότερα από χίλια πλοία πάνε και εξωκείλουν στις ακτές της Αγγλίας. Στην θάλασσα, ένα καλό πλεούμενο σπανίως φοβάται την καταιγίδα. Είναι κοντά στις ακτές που το περιμένουν οι κίνδυνοι. Θάλασσα ταραγμένη, που θα του κομματιάσει την πρύμνη, θύελλες που σηκώνουν τους ιστούς και τα πανιά του, ρεύματα που το καθιστούν ακυβέρνητο, βράχια και αβαθή πάνω στα οποία θα προσαράξει.
Έστω και αν άλλοτε οι κάτοικοι των ακτών άναβαν φωτιές για να τραβήξουν τα πλεούμενα πάνω στα βράχια και να αρπάξουν, σύμφωνα με το έθιμο, τα φορτία τους, έκαναν πάντοτε ό,τι ήταν δυνατό για να σώσουν το πλήρωμα[6]. Όταν αντιλαμβάνονταν ένα πλοίο σε κίνδυνο, έριχναν στη θάλασσα τα καρυδότσουφλά τους και έσπευδαν σε βοήθεια των ναυαγών πολύ συχνά για να βρουν και οι ίδιοι το θάνατο μέσα στα κύματα. Κάθε χωριουδάκι στην άκρη της θάλασσας έχει τους δικούς του μύθους ηρωισμού, που δείχνουν γυναίκες και άνδρες, για να σώσουν τα πληρώματα που χάνονται.
Το Κράτος, οι σοφοί έκαναν κάποια πράγματα για να μειώσουν τον αριθμό των δυστυχημάτων. Οι φάροι, τα σινιάλα, οι χάρτες, οι μετεωρολογικές προειδοποιήσεις τα έχουν μειώσει ασφαλώς, αρκετά. Αλλά, παραμένουν κάθε χρόνο χίλια πλεούμενα και περισσότερες χιλιάδες ανθρώπινες ζωές για να σωθούν.
Και μερικοί άνθρωποι με καλή θέληση μπήκαν στη δουλειά. Καλοί ναυτικοί οι ίδιοι, φαντάστηκαν ένα πλοίο διάσωσης που να μπορεί να αψηφά την καταιγίδα χωρίς να αναποδογυρίζουν ούτε να βουλιάζουν, και έκαναν εκστρατεία για να ευαισθητοποιήσουν το κοινό για το εγχείρημα, για να βρουν τα απαραίτητα χρήματα, για να ναυπηγήσουν πλοία και για να τα τοποθετήσουν στις ακτές παντού όπου μπορούσαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους.
Αυτοί εκεί οι άνθρωποι δεν ήταν ιακωβίνοι, δεν απευθύνθηκαν στην κυβέρνηση. Είχαν κατανοήσει ότι για να πάει καλά το εγχείρημά τους, τους χρειαζόταν η συνδρομή, η εκπαίδευση των ναυτικών, η γνώση τους για την περιοχή ? ιδίως η αφοσίωσή τους. Και για να βρουν ανθρώπους που, στο πρώτο σινιάλο, να ρίχνονται νύχτα μέσα στο χάος των κυμάτων, που να μην αφήνουν τους εαυτούς τους να τους σταματήσουν ούτε τα σκοτάδια, και να αγωνίζονται πέντε, έξι, δέκα ώρες ενάντια στις παλίρροιες πριν να πλησιάσουν το πλοίο που κινδυνεύει, ανθρώπους έτοιμους να ρισκάρουν τη ζωή τους για να σώσουν τη ζωή των άλλων, χρειάζεται το συναίσθημα της αλληλεγγύης, το πνεύμα της θυσίας που δεν αγοράζονται με κάποιο γαλόνι.
Αυτό ήταν λοιπόν, μια κίνηση εντελώς αυθόρμητη, που δημιουργήθηκε από την ελεύθερη συνεννόηση και την ιδιωτική πρωτοβουλία [initiative individuelle]. Εκατοντάδες τοπικές ομάδες εμφανίστηκαν κατά μήκος των ακτών. Οι ιδρυτές είχαν το μυαλό να μην επιβληθούν ως δάσκαλοι. Ζήτησαν τα φώτα στα χωριουδάκια των ψαράδων. Ένας λόρδος έστειλε 25.000 φράγκα για να ναυπηγήσουν ένα πλοίο διάσωσης σε ένα παράκτιο χωριό, η προσφορά έγινε δεκτή, αλλά άφησε την πραγματοποίηση στην επιλογή των ψαράδων και των ναυτικών της περιοχής.
Δεν ήταν στην Ναυαρχία που έφτιαξαν τα σχέδια των καινούριων πλοίων. “Γιατί είναι σημαντικό ? διαβάζουμε στην έκθεση της Ένωσης ? να έχουν οι διασώστες πλήρη εμπιστοσύνη στο πλοιάριο που μπαίνουν, η Επιτροπή επιφορτίζεται ιδίως με το καθήκον να δώσει στα πλοία τη μορφή και το πλήρωμα που μπορεί να επιθυμούν οι ίδιοι οι διασώστες". Έτσι, κάθε χρονιά φέρνει και μια νέα τελειοποίηση.
Όλα [γίνονται] από τους εθελοντές, που οργανώνονται σε επιτροπές ή τοπικές ομάδες! Όλα [γίνονται] με την αμοιβαία βοήθεια και με τη συνεννόηση! ? Ω, οι αναρχικοί! Και δεν ζητάνε τίποτε από τους φορολογουμένους, και πέρυσι τους ήρθαν ένα εκατομμύριο 76 χιλιάδες φράγκα από αυθόρμητες συνεισφορές.
Όσο για τα αποτελέσματα, ιδού:
Η Ένωση διέθετε το 1891 293 πλοία διάσωσης. Την ίδια χρονιά έσωσε 601 ναυαγούς και 33 πλοία. Από την ίδρυσή της έχει σώσει 32 671 ανθρώπους.
Το 1886, έχοντας διακινδυνεύσει τρία πλοία διάσωσης με όλο τους το πλήρωμα, εκατοντάδες νέοι εθελοντές ήρθαν να εγγραφούν, να οργανωθούν σε τοπικές ομάδες και αυτό το ξεσήκωμα είχε ως αποτέλεσμα την κατασκευή μιας εικοσάδας επιπλέον πλοίων.
Σημειώνουμε παρεμπιπτόντως ότι η Ένωση στέλνει κάθε χρόνο στους ψαράδες και στους ναυτικούς εξαιρετικής ποιότητας βαρόμετρα σε τιμή τρεις φορές χαμηλότερη από την πραγματική τους αξία. Διαδίδει την μετεωρολογική γνώση και κρατάει τους ενδιαφερόμενους ενήμερους για τις ξαφνικές μεταβολές που προβλέπουν οι σοφοί.
Επαναλαμβάνουμε ότι οι εκατοντάδες μικρές επιτροπές ή τοπικές ομάδες δεν είναι οργανωμένες ιεραρχικά και αποτελούνται μόνο από εθελοντές διασώστες και από κόσμο που ενδιαφέρεται για αυτό το έργο. Η κεντρική Επιτροπή, που είναι περισσότερο κέντρο ανταπόκρισης [centre de correspondances], δεν παρεμβαίνει με κανένα τρόπο.
Είναι αλήθεια ότι, όταν πρόκειται μέσα στην περιοχή να ψηφίσουν για ένα ζήτημα εκπαίδευσης ή τοπικής εισφοράς, αυτές οι επιτροπές δεν παίρνουν, ως τέτοιες, μέρος στις διασκέψεις ? ταπεινοφροσύνη που οι εκλεγμένοι ενός δημοτικού συμβουλίου δυστυχώς δεν μιμούνται. Αλλά, από την άλλη πλευρά, αυτοί οι γενναίοι άνθρωποι δεν δέχονται, αυτοί που ποτέ δεν αψήφησαν την καταιγίδα να τους φτιάξουν νόμους για τη διάσωση. Στο πρώτο σήμα κινδύνου, προστρέχουν, μαζεύονται και προχωρούν ταχύτατα. Καθόλου γαλόνια, πολλή καλή θέληση.
Ας δούμε ένα άλλο σωματείο του ίδιου είδους, αυτό του Ερυθρού Σταυρού. Λίγη σημασία έχει το όνομά του: ας δούμε αυτό που είναι.
Φανταστείτε ότι κάποιος ερχόταν να σας πει πριν είκοσι πέντε χρόνια: " Το Κράτος, όσο ικανό και αν είναι ώστε να σφαγιαστούν είκοσι χιλιάδες άνθρωποι σε μια μέρα και να τραυματιστούν πενήντα χιλιάδες, είναι ανίκανο να δώσει βοήθεια στα ίδια του τα θύματα. Χρειάζεται λοιπόν ? όσο υπάρχει πόλεμος ? να παρεμβαίνει η ιδιωτική πρωτοβουλία [initiative privée] και οι άνθρωποι με καλή θέληση να οργανώνονται σε διεθνές επίπεδο για αυτό το έργο ανθρωπισμού! "
Τί κατακλυσμός εμπαιγμών δεν θα είχαμε ρίξει σε αυτόν που θα είχε τολμήσει να μιλήσει έτσι! Θα τον είχαμε, κατ’ αρχάς μεταχειριστεί ως ουτοπιστή, και, αν στη συνέχεια καταδεχόμασταν να ανοίξει το στόμα του, θα του είχαμε απαντήσει: " Οι εθελοντές θα λείπουν ακριβώς από εκεί όπου η ανάγκη [τους] θα είναι πιο αισθητή. Τα ελεύθερα νοσοκομεία σας θα είναι όλα συγκεντρωμένα σε ασφαλές μέρος, ενώ θα έχουν πλήρη έλλειψη τραυματιοφορείων. Οι εθνικές αψιμαχίες θα τα καταφέρουν τόσο καλά ώστε οι καημένοι στρατιώτες να πεθάνουν αβοήθητοι." Τόσοι πολλοί ομιλητές, τόσες πολλές αποθαρρυντικές σκέψεις. Ποιος από μας δεν έχει ακούσει να δημηγορούν [κάποιο] σε αυτόν τον τόνο!
Ε, λοιπόν, ξέρουμε περί τίνος πρόκειται. Σωματεία του Ερυθρού Σταυρού οργανώθηκαν ελεύθερα παντού, σε κάθε χώρα, σε χιλιάδες μέρη, και όταν ξέσπασε ο πόλεμος του 1870-71, οι εθελοντές άρχισαν δουλειά. Άνδρες και γυναίκες έτρεξαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Νοσοκομεία [και] ασθενοφόρα οργανώθηκαν κατά χιλιάδες. Επιστρατεύτηκαν τραίνα που μετέφεραν τραυματιοφορεία, τρόφιμα, κλινοσκεπάσματα, φάρμακα για τους τραυματίες. Οι αγγλικές επιτροπές έστειλαν ολόκληρες αποστολές με τρόφιμα, ρουχισμό, εργαλεία, σπόρους για τη σπορά, ζώα κτηνοτροφίας, μέχρι και άροτρα ατμού με τους οδηγούς τους για να βοηθήσουν στο όργωμα των περιοχών που καταστράφηκαν από τον πόλεμο! Συμβουλευτείτε μόνο τον Ερυθρό Σταυρό του Γουσταύου Μουανιέ [Gustave Moynier], και θα εκπλαγείτε πραγματικά με την έκταση του έργου που πραγματοποιήθηκε.
Όσο για τους προφήτες τους πάντα έτοιμους να αρνηθούν το κουράγιο, τη λογική, την εξυπνάδα [που υπάρχουν] στους άλλους ανθρώπους, και που πιστεύουν ότι μόνο αυτοί είναι ικανοί να βάλουν τον κόσμο σε τάξη, καμιά από τις προβλέψεις τους δεν πραγματοποιήθηκε.
Η αφοσίωση των εθελοντών του Ερυθρού Σταυρού υπήρξε πέρα από κάθε εγκώμιο. Δεν ζητούσαν παρά μόνο να καταλαμβάνουν τις πιο επικίνδυνες θέσεις. Και, ενώ οι μισθωτοί γιατροί του Κράτους το έβαζαν στα πόδια μαζί με το στρατιωτικό τους επιτελείο μόλις πλησίαζαν οι Πρώσσοι, οι εθελοντές του Ερυθρού Σταυρού συνέχιζαν το έργο τους κάτω από τις σφαίρες, υποφέροντας τις αγριότητες των αξιωματικών του Μπίσμαρκ και του Ναπολέοντα, παρέχοντας τις ίδιες φροντίδες στους τραυματίες κάθε εθνικότητας. Ολλανδοί και Ιταλοί, Σουηδοί και Βέλγοι ? μέχρι και Ιάπωνες και Κινέζοι ? συνεννοούνταν θαυμάσια. Μοίραζαν τα νοσοκομεία τους και τα τραυματιοφορεία τους σύμφωνα με τις ανάγκες της στιγμής. Ανταγωνίζονταν ιδίως για την υγιεινή των νοσοκομείων τους. Και πόσοι Γάλλοι δεν μιλούν ακόμη με βαθιά ευγνωμοσύνη για τις τρυφερές φροντίδες που έλαβαν εκ μέρους της τάδε ολλανδής ή γερμανίδας εθελόντριας στα τραυματιοφορεία του Ερυθρού Σταυρού!
Τί σημασία έχουν [αυτά] για τον αυταρχικό! Το ιδανικό του είναι ο συνταγματάρχης, ο υπάλληλος του Κράτους. Στο διάολο λοιπόν, ο Ερυθρός Σταυρός με τα υγειονομικά του νοσοκομεία [hôpitaux hygiéniques], αν οι νοσοκόμοι δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι!
Ιδού λοιπόν, μια οργάνωση, που γεννήθηκε χθες και που αριθμεί αυτή τη στιγμή εκατοντάδες χιλιάδες μέλη. Που διαθέτει τραυματιοφορεία, νοσοκομεία, τραίνα, που επεξεργάζεται νέες μεθόδους στην θεραπεία των τραυμάτων, και που οφείλεται στην αυθόρμητη πρωτοβουλία κάποιων ανθρώπων με αισθήματα [hommes de coeur].
Θα μας πουν ίσως ότι τα Κράτη είναι κάπως αναμεμειγμένα σε αυτήν την οργάνωση; - Ναι, τα Κράτη έβαλαν χέρι για να αρπάξουν [y ont mis la main pour s'en emparer]. Οι διευθύνουσες επιτροπές προεδρεύονται από αυτούς που οι λακέδες ονομάζουν βασιλικούς οίκους. Αυτοκράτορες και βασίλισσες παρέχουν την κηδεμονία τους στις εθνικές επιτροπές. Αλλά δεν είναι σε αυτή την κηδεμονία που οφείλεται η επιτυχία της οργάνωσης. Είναι στις χίλιες τοπικές επιτροπές κάθε έθνους [de chaque nation], στην δράση των ατόμων [individus], στην αφοσίωση όλων εκείνων που αναζητούν να ανακουφίσουν τα θύματα του πολέμου. Και αυτή η αφοσίωση θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη, εάν τα Κράτη δεν ανακατεύονταν καθόλου!
Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι υπό τις διαταγές μιας διεθνούς διευθύνουσας επιτροπής που Άγγλοι και Ιάπωνες, Σουηδοί και Κινέζοι προθυμοποιήθηκαν να στείλουν τη βοήθειά τους στους τραυματίες του 1871. Δεν είναι υπό τις διαταγές ενός διεθνούς υπουργείου που τα νοσοκομεία ανεγείρονταν στο κατεστραμμένο έδαφος, και που τραυματιοφορεία μεταφέρονταν στα πεδία της μάχης. Ήταν με την πρωτοβουλία των εθελοντών κάθε χώρας. Αφ’ ης στιγμής βρίσκονταν στην [εμπόλεμη] περιοχή, δεν πήραν τα άλογα [να φύγουν], όπως το προέβλεπαν οι ιακωβίνοι. Άρχισαν όλοι δουλειά χωρίς διάκριση εθνικοτήτων.
Μπορούμε να λυπόμαστε που τόσο μεγάλες προσπάθειες τίθενται στην υπηρεσία ενός τόσο άσχημου σκοπού και να αναρωτηθούμε όπως το παιδί του ποιητή: " Γιατί τους τραυματίζουμε, αν τους γιατρεύουμε μετά;" Επιδιώκοντας να γκρεμίσουμε τη δύναμη του Κεφαλαίου και την εξουσία των αστών, δουλεύουμε για να βάλουμε τέλος στους σκοτωμούς, και θα μας άρεσε πολύ περισσότερο να βλέπουμε τους εθελοντές του Ερυθρού Σταυρού να αναπτύσσουν τη δράση τους για να κατορθώσουν μαζί με μας να καταργήσουμε τον πόλεμο.
Αλλά έπρεπε να αναφέρουμε αυτήν την τεράστια οργάνωση ως μια επιπλέον απόδειξη των γόνιμων αποτελεσμάτων που παράγονται με την ελεύθερη συνεννόηση και την ελεύθερη συμπαράσταση.
Αν θέλουμε να πολλαπλασιάσουμε τα παραδείγματα που παίρνουμε από την τέχνη του να σκοτώνει [κανείς] τους ανθρώπους, δεν θα τελειώνουμε.
Μας αρκεί να αναφέρουμε μόνο τα αναρίθμητα σωματεία, στα οποία οφείλει κυρίως τη δύναμή του ο γερμανικός στρατός, που δεν βασίζεται μόνο στην πειθαρχία του, όπως πιστεύουν πολλοί. Αυτά τα σωματεία πολλαπλασιάζονται στην Γερμανία και έχουν ως σκοπό να διαδίδουν τη στρατιωτική γνώση. Σε ένα από τα τελευταία συνέδρια της γερμανικής στρατιωτικής Συμμαχίας (Kriegerbund), είδαμε τους απεσταλμένους των 2.452 σωματείων, που περιελάμβαναν 151.712 μέλη, και [είναι] όλα ομόσπονδα μεταξύ τους.
Σωματεία σκοποβολής, σωματεία στρατιωτικών παιγνίων, στρατηγικών παιχνιδιών, τοπογραφικών μελετών, ιδού τα εργαστήρια όπου δημιουργούνται οι τεχνικές γνώσεις του γερμανικού στρατού, όχι στις στρατιωτικές σχολές. Είναι ένα εξαιρετικό δίκτυο σωματείων κάθε είδους, που συγκεντρώνει στρατιωτικούς και πολίτες, γεωγράφους και γυμναστές, κυνηγούς και τεχνικούς, που ανακύπτουν αυθόρμητα, οργανώνονται, φτιάχνουν ομοσπονδίες, συζητούν και πάνε και κάνουν εξερευνήσεις στην εξοχή. Είναι αυτές οι εθελοντικές και ελεύθερες συνενώσεις που απαρτίζουν την αληθινή δύναμη του γερμανικού στρατού.
Ο σκοπός τους είναι βδελυρός. Είναι η διατήρηση της αυτοκρατορίας. Αλλά, αυτό που έχει σημασία να διακρίνουμε, είναι ότι το Κράτος ? παρά την "μεγαλειώδη" του αποστολή, την στρατιωτική οργάνωση ? κατάλαβε ότι η ανάπτυξη [της] θα ήταν πολύ περισσότερο σίγουρη, όσο θα αφηνόταν στην ελεύθερη συνεννόηση των ομάδων και στην ελεύθερη πρωτοβουλία των ατόμων [individus].
Ακόμη και στο θέμα του πολέμου, είναι η ελεύθερη συνεννόηση στην οποία ανατρέχουμε σήμερα, και για να επιβεβαιώσουμε την άποψή μας, μας αρκεί να αναφέρουμε τις τρεις χιλιάδες άγγλους εθελοντές, την αγγλική εθνική Ένωση πυροβολικού και το Σωματείο που οργανώνεται τώρα για την άμυνα των ακτών της Αγγλίας, το οποίο, βεβαίως, αν συσταθεί, θα δραστηριοποιείται διαφορετικά από το υπουργείο ναυτιλίας με τους θωρακοφόρους του που χοροπηδούν, και τις λόγχες του που λυγίζουν λες και είναι από μολύβι.
Παντού το Κράτος παραιτείται, εγκαταλείπει τις πανάγιες λειτουργίες του στους ιδιώτες [particuliers]. Παντού, η ελεύθερη οργάνωση καταπατά τους τομείς του [Κράτους]. Όμως, όλα τα γεγονότα που μόλις αναφέραμε μετά βίας επιτρέπουν να διαβλέψουμε αυτό που η ελεύθερη συνεννόηση μας επιφυλάσσει στο μέλλον, όταν δεν θα υπάρχει πια Κράτος.